Η χωριατούλα πεθερά

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 5.00 (1 Vote)
Υπόθεση: Ο φίλος μας μετακομίζει κοντά στην πεθερά του και δεν χάνει ευκαιρία να εκμεταλλευτεί την αγαμία της…

Η ιστορία:

Με την γυναίκα μου παντρευτήκαμε πριν τρία χρόνια. Σε όλα τα πάμε τέλεια, μόνο που στο σεξ είναι λίγο συντηρητική. Ζούσαμε σε άλλη πόλη, τελευταία όμως μετακομίσαμε στην πόλη απ’ όπου κατάγεται. Τα πεθερικά μου ζουν στο χωριό 10 χλμ. μακριά μας.

Όσο πέρναγε ο καιρός άρχισα να παρατηρώ την πεθερά μου, πιο πολύ σαν γυναίκα. Αφορμή στάθηκε ότι με τον καιρό έγινε πιο διαχυτική και διέκρινα μια αδυναμία στο πρόσωπο μου. Ξέχασα να πω ότι ο πεθερός μου, εξήντα χρονών, πριν δυο χρόνια έπαθε έμφραγμα κι απ’ ότι αντιλαμβάνομαι το σεξ στη ζωή τους χάθηκε. Έλα όμως που η πεθερούλα στέκει καλά και στα 53 της χρόνια φαίνεται να έχει ορεξούλες..

Τις τελευταίες φορές που βρεθήκαμε στο χωριό με προκαλεί ανοιχτά, δήθεν από χωριάτικη αφέλεια. Δεν είναι μανεκέν, αλλά άρχισε να μου την δίνει και να καυλώνω αφόρητα μαζί της. Γύρω στο 1.60l με λίγα παραπάνω κιλά, βυζάρες που θαρρείς θα σπάσουν το σουτιέν ανά πάσα στιγμή κι έναν τορνευτό πάτο που σε ξελιγώνει. Μαύρα μαλλιά κοντά και ατημέλητα και μαύρα μάτια.

Τελευταία λοιπόν πότε σκύβει και τουρλώνεται μπροστά μου, πότε κάθεται απέναντι μου, ανοίγει τα πόδια άγαρμπα, εκθέτοντας τα σκέλια της και πότε την πετυχαίνω με νυχτικό χωρίς σουτιέν και χάνω τι μίλια μου. Θα ήθελα πολύ να την ξαλαφρώσω, αλλά δεν πίστευα να γίνει και ούτε ήμουν έτοιμος να πάρω τέτοιο ρίσκο. Ξέχασα να πω ότι παιδιά δεν έχουμε ακόμη και οι γονείς στεναχωριούνται ιδιαίτερα από αυτή την εξέλιξη.

Την προηγούμενη εβδομάδα λοιπόν με έστειλε η γυναίκα μου κατά τις επτά το απόγευμα να πάρω κάποια πράγματα από το χωριό. Μόλις έφτασα χτύπησα το κουδούνι και άνοιξε η πεθερούλα. Μπήκα μέσα, ρώτησα για τον πεθερό μου και μου είπε ότι έφυγε για το καφενείο. Κάπως μου φάνηκε αλλά δεν έδωσα και πολλή σημασία. Καθίσαμε στο τραπέζι, έφτιαξε καφέ και ήρθε κοντά μου. Φορούσε μια φούστα μέχρι το γόνατο κι ένα μπλουζάκι με V. Οι βυζάρες της ήταν έτοιμες να εκραγούν. Άρχισε να μου το παίζει φιλενάδα και μπήκε στο θέμα η πονηρό-χωριατούλα.

-    «Στεναχωριέμαι παιδί μου που δεν κάνετε παιδί. Γιατί έτσι; Συμβαίνει κάτι και δεν το λέτε;»

Άρχισα να μπαίνω στο νόημα γιατί με ξεμονάχιασε, αλλά δεν θα της έκανα τη χάρη. «Θα της την φέρω της πονηρό-πεθερούλας!», σκέφτηκα.

-    «Δεν τρέχει τίποτα…», απάντησα. «Αλλά δεν μπορείς να πετύχεις εγκυμοσύνη με δυο φορές το μήνα επαφή».

-    «Τόσες κάνετε…;», ρώτησε λίγο διστακτικά.

-    «Ε, αφού η κόρη σου, δεν έχει ποτέ όρεξη, πώς θα γίνει;»

Το τσόκαρο γρύλισε.

-    «Να έχει τέτοιο άντρα δυο μέτρα (1.91) και να το παίζει και μυξοπαρθένα; Τι περιμένει;»

«Δεν ξέρω τι περιμένει…», είπα κάπως σοκαρισμένος. «…αλλά εγώ έχω αρχίσει να τα παίζω. Γυναίκα έχω κι όλο αγάμητος είμαι».

«Όπως εγώ..», βιάστηκε να απαντήσει, σαν να της ξέφυγε. «Κι εσείς τίποτα Ο πεθερός σου μετά την αρρώστια φοβάται να το κάνουμε».

-    «Συγγνώμη.. και είσαι δυο χρόνια τζίφος;»

-    «Εμ, τι να κάνω; Γκόμενο στα γεράματα να βρω;»

-    «Εσύ γεράματα; Εσύ βάζεις κάτι τριαντάρες κάτω με μια σου κίνηση!»

-    «Δηλαδή, εσύ θα έκανες κάτι με μια της ηλικίας μου;»

«Εδώ είμαστε!», είπα. «Θα γίνει της μουρλής!». Αφού λοιπόν είπα στην πεθερούλα μου ότι θα έκανα με μια γυναίκα με τα χρόνια της και τα κάλλη της κάτι, αυτή γύρισε το θέμα έντεχνα πάλι στην κόρη της.

-    «Δεν την επιθυμείς την κόρη μου ή μήπως αυτή εσένα;»

«Σιγά μη μου τη φέρεις χωριατούλα!», σκέφτηκα.

-    «Η κόρη σου τρελαίνεται, αλλά μόνο τ0ς γόνιμες μέρες. Της έχει γίνει αυτοσκοπός το παιδί. Λειτουργεί έτσι ο άντρας, περιμένοντας δυο μέρες το μήνα; Τις υπόλοιπες; Εκτός αυτού δεν κάνει τίποτα για να με ξεσηκώσει. Εσύ τι λες;»

-    «Λέω πως χρειάζεσαι υποστήριξη…», είπε κι άπλωσε το χέρι της στα πόδια μου αγγίζοντας με τ’ ακροδάχτυλα το καυλί μου, που με μιας άρχισε να ορθώνεται περήφανο.

Το κατάλαβε και με κοίταξε δαγκώνοντας το κάτω χείλος της.

-    «Ποιος να με υποστηρίξει εμένα; Λες και είμαι σκεύος γονιμοποίησης με κάνει και νιώθω».

-    «Έννοια σου γαμπρέ μου και η πεθερά σου θα σου σταθεί…», είπε και ξερόγλειψε τα χείλια της κοιτάζοντας το παντελόνι που κόντευε να σκιστεί από το ορθωμένο παλούκι μου. «Η κακομοίρα η κόρη μου με λάθος τρόπο πάει στο στόχο και χάνει τι διαδρομή…»

Έσκυψα και την φίλησα στο λαιμό δήθεν αθώα... έβγαλε ένα αναστεναγμό και γύρισε να με φιλήσει στο στόμα. Της έδωσα ένα φιλί καταλήγοντας να δαγκώνω το κάτω της χείλος. Μούδιασε ολόκληρη κι εγώ χαιρέκακα σταμάτησα απότομα κοιτώντας την που είχε μείνει πετρωμένη με κλειστά τα μάτια και της είπα:

-    «Όπου να ‘ναι θα έρθει ο πεθερός μου και δεν έχουμε πολύ χρόνο να κουβεντιάσουμε. Αύριο έχω ρεπό. Η κορούλα σου θα ‘ναι στη δουλειά κι εγώ μόνος στο σπίτι. Κατέβα στην πόλη κι έλα να το διευκρινίσουμε».

Έμεινε να με κοιτάει και χαμογέλασε.

-    «Δεν είσαι μόνο παιδαράς είσαι και πονηρούλης γαμπρέ μου!», είπε. «Θα προσπαθήσω να έρθω. Έχουμε κουβέντα στη μέση…», είπε κι έβαλε την παλάμη της στο καβάλο μου, τρίβοντας την ψωλή μου, που είχε ήδη βγει απ’ το βρακί κι ανέβαινε προς τη ζώνη.

Ακούστηκαν τα κλειδιά του πεθερού μου στην πόρτα. Της έριξα ένα πεταχτό γλωσσόφιλο, πήρα ένα τάπερ που είχε έτοιμο, χαιρέτησα τον πεθερό μου, που επέμενε να μείνω λίγο ακόμα κι έφυγα. Στο δρόμο κόντεψα να τρακάρω δυο φορές. Το μυαλό μου ήταν στη χωριατούλα καυλιάρα μου κι ο πούτσος μου δεν έπεφτε με τίποτα.

Το επόμενο πρωί έφυγε η γυναίκα μου κατά τις 07:30 και στις 09:00 χτύπησε το κουδούνι. Κοίταξα από το ματάκι και κόντεψα να λιποθυμήσω. Από πίσω στεκόταν η πεθερά μου και φορούσε ένα μαύρο στενό φόρεμα με βαθύ ντεκολτέ που έκοβε την ανάσα και τα βυζόμπαλα έτοιμα να πεταχτούν έξω ανά πάσα στιγμή. Άνοιξα και μπήκε μέσα χαμογελαστή. Κάθισε στον καναπέ κι εγώ δίπλα της. Φορούσε μαύρες διχτυωτές κάλτσες και μαύρες γόβες.

Έβαλα το χέρι μου να χαϊδέψω τα στήθη της και μου το τράβηξε πολύ απότομα. Πήρε βλοσυρό ύφος και είπε ότι ήτανε λάθος το χθεσινό, μεγάλη αμαρτία, ότι παρασύρθηκε και δεν έπρεπε να επαναληφθεί. Έφαγα σκάλωμα. Ο πούτσος μου είχε κάνει την πιτζάμα αντίσκηνο. Με μια απότομη κίνηση τράβηξα με το αριστερό μου χέρι το φόρεμα της στο ύψος του δεξιού της βυζιού και με το δεξί μου χέρι ξεβόλεψα το βαρύ της βυζόμπαλο πετώντας το έξω από τη θήκη του. Έμεινα εμβρόντητος να κοιτάζω την πελώρια βυζάρα με την σκουρόχρωμη θηλή και δεν πρόσεξα το χέρι της που σηκώθηκε κι έπεσε με δύναμη στο μάγουλο μου.

-    «Δεν είμαι πουτάνα ρε μαλάκα!», φώναξε και μαζεύοντας το στήθος της στο σουτιέν έκανε να γυρίσει προς την πόρτα.

Την άρπαξα από το μπράτσο κι έφαγε το χαστούκι της ζωής της. Σταμάτησε ακουμπώντας στο τραπέζι παραζαλισμένη και φοβισμένη.

-    «Μπορεί να μην είσαι πουτάνα, αλλά σαν τέτοια μου ήρθες  ντυμένη και τέτοια συμπεριφορά σου αξίζει!»

Την πλησίασα με το χέρι ορθωμένο και προσπαθώντας να προφυλαχτεί, ψέλλισε:

-    «Μη, σε παρακαλώ…»

-    «Σε λίγο θα με παρακαλάς να στον βάλω και δεν θα το κάνω μέχρι να ικετεύσεις!», της είπα.

Είχε παραλύσει. Την έπιασα από τη μέση και την έβαλα να καθίσει στο τραπέζι. Την έσπρωξα μέχρι η πλάτη της να οριζοντιωθεί ξαπλωμένη στο τραπέζι και βρέθηκα ανάμεσα στα πόδια της. Ήταν πλήρως ανυπεράσπιστη κι όσο κι αν προσπαθούσε να με εμποδίσει με τα χέρια της, εγώ προχωρούσα. Τράβηξα την δαντελένια μαύρη κιλότα στην άκρη και ξεπρόβαλλε ο μαύρος θύσανος πιο περιποιημένος απ’ όσο περίμενα.

Τρίβοντας και χαϊδεύοντας προχώρησα προς τα μέσα τα δάχτυλα μου παρατηρώντας ένα μούναρο πιο ροδαλό και πιο σφριγηλό απ’ ότι περίμενα. Ίσως λόγω της προσπάθειας να αντιδράσει. Αφού μάλαξα αρκετά το μουνί της, βάζοντας πότε - πότε τα δάχτυλα πιο μέσα, με το ένα μου χέρι τράβηξα ντεκολτέ και φόρεμα μέχρι το στέρνο και οι βυζάρες της πεθεράς μου ήτανε μπροστά μου. Έσφιγγε τα δόντια, βαριανάσαινε, έκλεινε τα μάτια, πότε - πότε έλεγε μη, όχι αλλά περνώντας τις ρώγες της στο στόμα μου, πιπιλώντας και δαγκώνοντας άκουγα μόνο:

-    «Ααααχχχ! Μη! Ααααχχχ… Όχι, σε παρακαλώ… Αχχχ μωρό μου…»

Γονάτισα κι έφερα το πρόσωπο μου στο μουνί της και τράβηξα την κιλότα της. Αυτή ανασήκωσε τα πόδια, βοηθώντας με να της την βγάλω. Έβαλα τα χείλη μου σε απόσταση αναπνοής από τη χαραμάδα του μουνιού της και άρχισα να την παιδεύω. Το φίλαγα, το τσίμπαγα, πότε - πότε το σπατουλάριζα, του μιλούσα απευθυνόμενος σ’ αυτήν:

-    «Αν δεν παρακαλέσεις, παλούκι δεν θα γευτείς. Μόνο όσες παρακαλάνε γαμάει ο γαμπρός σου. Και η κόρη σου παρακαλώντας τον τρώει μωρή βλαχάρα!»

Είχε τρελαθεί αλλά ακόμα δεν παρακαλούσε, μόνο βογκούσε. Σηκώθηκα, τον πέταξα έξω από τη πιτζάμα και πήγα πάνω απ’ το κεφάλι της. Γούρλωσε τα μάτια. 18 πόντοι ατσάλινο μαρκούτσι έστεκε στην άκρη των χειλιών της.

-    «Δώστον μου!», είπε.

-    «Παρακάλα μωρή να γευτείς τέτοιο πούτσο!»

-    «Σε παρακαλώ αγόρι μου…»

Της τον ακούμπησα στα χείλια και ρούφαγε, έγλειφε και πιπίλιζε με απίστευτη μαεστρία, χωρίς χέρια.

-    «Έτσι το πουτανάκι μου!», είπα και τον κράτησα ψηλά.

Άρχισα να της ρίχνω πουτσοσκάμπιλα, παντού στο πρόσωπο. Είχε τρελαθεί. Λύσσαγε για πούτσο.

-    «Πες τι θες. Πες χωριατούλα..», της είπα.

-    «Θέλω, δηλαδή σε παρακαλώ να μου ξεσκίσεις το αραχνιασμένο μου μουνάκι γαμπρούλη μου. Ξεπάτωσε με. Ξεχείλωσε το μουνάκι μου το παραμελημένο!»

-    «Εντάξει πηδιόλα μου. Ότι θέλει το κορίτσι μου!»

Έφερα τον πούτσο στο στόμα της και την πρόσταξα:

-    «Φτύσ’ τον καύλα μου με τα σάλια σου, να γλιστράει!»

Έφτυσε δυο φορές στο πουτσοκέφαλο, εγώ τον έριξα δυο φορές και κατευθύνθηκα στην πηγή. Έπιασα τα πόδια της από τους αστραγάλους, τα έφερα στους ώμους μου κι ένιωσα όλο της το είναι να τρέμει. Είχα μια γυναίκα 52 χρονών μπροστά μου, την ίδια μου την πεθερά, να τρέμει από λαχτάρα για τον πούτσο μου. Νόμιζα πως θα σπάσουν οι φλέβες μου. Η μεγαλύτερη στύση που είχα ποτέ. Τον οδήγησα μέχρι τα μεγάλα χείλη κι απλά τον άφησα να ακουμπήσει εκεί βαρύς χωρίς να πιέζω.

-    «Όχι πολύ δυνατά μωρό μου. Είμαι πολύ καιρό αγάμητη».

-    «Πόσο;», την ρώτησα.

-    «Τουλάχιστον έξι μήνες, αλλά άξιζε η αναμονή γαμιά μου…!»

Δεν άντεξα άλλο, έσπρωξα δυνατά και βρέθηκα μέσα της.

-    «Αχχχ ψωλαρά μου! Αχ πουτσαρά μου! Τι πούτσαρος μπήκε μέσα μου! Γάμα με μωρό μου!»

-    «Ναι μουνάρα μου, θα σε ξεπατώσω! Θα σε στείλω τακτοποιημένη για καιρό στον πεθερό μου, να μην έχει έγνοιες. Δεν πρέπει να στεναχωριέσαι πεθερούλα μου, τώρα είσαι δικιά μου. Θα σε ποτίζω εγώ μουνάρα μου όποτε διψάει η μούνα σου!»

-    «Ναι αρχιδαρά μου! Δικιά σου είμαι, κάνε με ότι θες. Σκίσε μου τη μουνάρα μου. Ήμουνα τυχερή η καημένη που βρήκα ψωλαρά γαμπρό και θα ‘χω καλά γεράματα. Όλα δικά σου γαμπρούλη μου. Μόνο να βρίσκεις χρόνο να με σκίζεις…»

Μπαινόβγαινα σαν τρελός. Ακουμπούσα τη μήτρα της, της έκαιγα τα μουνόχειλα από το μπες - βγες.

-    «Αχχχ! Ωχχχ! Ναι! ναι! Με παλουκώνει ο γαμπρός μου την πουτάνα και μ’ αρέσει. Με ξεφτιλίζει και μ’ αρέσει. Με γαμάς μέχρι εκεί που δεν έφτασε ποτέ το καυλί του άντρα μου. Μ’ ανοίγεις!»

Τραβήχτηκα, σάλιωσα τα δάχτυλα και τα έσπρωξα στην κωλοτρυπίδα της. Ήταν πολύ σφιχτή.

«Όχι μωρό μου. Μια φορά δοκίμασα με τον πεθερό σου και κόντεψε να λιποθυμήσω. Έπιασα γρήγορα ένα λιπαντικό κι αφού έπαιξα την τρυπίδα της, της είπα:

-    «Συγκρίνεις εμένα με τον βλάχο που παντρεύτηκες; Πού να ξέρει ο χωριάτης να κάνει γυναίκα σαν κι εσένα κουμάντο; Εσύ είσαι για βασίλισσα πεθερούλα μου».

-    «Ναι γαμπρούλη μου, ευτυχώς από σπόντα βρέθηκες κοντά μου! Ούτε να με γαμήσει απ’ τον κώλο δεν ήξερε το στραβάδι!»

Σηκώθηκε από το τραπέζι, άρπαξε τον πούτσο μου και τον τρόμπαρε μέχρι που έγινε πάλι πελώριος.

-    «Πώς θα το χωρέσεις γαμιά μου αυτό στο κωλαράκι μου;»

-    «Μη φοβάσαι μουνάρα μου, είμαι τεχνίτης. έχω ανοίξει τουλάχιστον τριάντα κωλαράκια, αλλά αυτό είναι το κάτι άλλο. Τορνευτή κωλάρα για χρόνια παρθένα!»

Την έστησα στα τέσσερα, ξανάβαλα λιπαντικό και σάλιο, έπαιξα την τρύπα καλά και μετά έσπρωξα και μπήκα απαλά.

-    «Αχχχχ όχιιι! Πονάωωωωω! Αχχχχχ… κάτι έσπασε μέσα μου πουτσαρά μου…»

-    «Έσπασε η παρθενιά πουτανάκι μου. Τώρα είσαι ολοδικιά μου!»

Άρχισα να μπαινοβγαίνω πιο γρήγορα και πιο βαθιά. Μούγκριζε σαν ζώο, σφάδαζε, αγκομαχούσε…

-    «Αχχχ… Μ’ αρέσει! Πιο γρήγορα! Πιο δυνατά! Ξεκώλιασε με. Τι έχασα τόσα χρόνια…»

-    «Είσαι η πουτάνα μου τώρα. Όποτε σε θέλω θα τσακίζεσαι κι εγώ θα σε κάνω να μην μπορείς να περπατήσεις, ξεκωλιάρα μου!»

-    «Ότι θες! Μόνο κουβέντα πουθενά!»

-    «Πουθενά αλλά μου ανήκεις. Είσαι η τσούλα μου και η βασιλοπούλα μου!»

Τραβήχτηκα, έφερα την πούτσα μου στο στόμα της, αυτή το άνοιξε κι άρχισα να την φλομώνω χύσια.

-    «Κάν’ τα γαργάρα τώρα!»

Ανασήκωσε το κεφάλι κι ακούστηκε το «γρρρρ». Της έκλεισα τη μύτη κι άρχισα να της γαμάω το στόμα. Τα χύσια έτρεχαν στα βυζόμπαλα και τα σκούπιζε. Την είχα κάνει του χεριού μου. Ένα σεξουαλικό υποχείριο η ίδια μου η πεθερά. Θα μου φαινόταν χρήσιμη για να φτάσω στον επόμενο σταθμό…

(Copyright protected OW ref: 28391)