Το μωρό μου η μαμά μου

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 5.00 (2 Votes)
Το e-mail μου είναι το:
Υπόθεση: Διάβαζα πολύ καιρό τις ιστορίες στο xstream.gr και πάντοτε σκεφτόμουνα να μπορούσα να στείλω κι εγώ τη δικιά μου που θα αφορούσε εμένα και τη μάνα μου. Ποτέ όμως δεν πίστευα ότι θα έρθει αυτή η ώρα, γιατί πια είχα σταματήσει να ελπίζω ότι θα καταφέρω κάτι μαζί της.


Η ιστορία:

Είμαι 33 και εκείνη 55, έχει τεράστια βυζιά αν και πεσμένα πια όπως είναι φυσικό, μεγάλο κώλο που πάντα τον λιγουρευόμουν και ίσως το πιο ποθητό για μένα πάνω της, υπέροχα πόδια που τα φανταζόμουν πάντα απαλά και βελούδινα στο άγγιγμα.

Από μικρός θυμάμαι είχα την επιθυμία να την αγγίζω και να την έχω κοντά μου. Θα πείτε φυσικό είναι αυτό σαν παιδί, αλλά εγώ την άγγιζα πάντα κάτω από τις φούστες που φόραγε. Εκεί που καθόταν στον καναπέ για παράδειγμα και διάβαζε θα πήγαινα να κάτσω δίπλα της και έβαζα το χέρι μου κάτω από τη φούστα της να της χαϊδέψω και να χουφτώσω κανονικά τα μπούτια της.

Το αγαπημένο μου σημείο ήταν το εσωτερικό τους κοντά στο κιλοτάκι. Δεν ήξερα βέβαια τι υπήρχε μέσα εκεί οπότε δεν έκανα κίνηση για εκεί. Το θέμα είναι ότι εκείνη με άφηνε να το κάνω χωρίς να λέει τίποτα. Αυτό πάντως λίγο αργότερα σταμάτησε αλλά εμένα μου έμεινε η θύμηση.

Μεγαλώνοντας πάντα είχα την επιθυμία να την γδύσω, να την πάρω πάνω μου και να της κάνω έρωτα ξανά και ξανά. Είχα τις σχέσεις μου βέβαια αλλά πάντα είχα στο μυαλό μου αυτή τη θέληση που πια είχε γίνει απωθημένο. Τα χρόνια πέρναγαν όμως και από τη μια εγώ δεν τόλμαγα κάτι κι εκείνη δεν έδειχνε κανένα σημάδι προς τα εμένα σε αυτό το θέμα.

Πριν λίγα χρόνια χώρισαν με τον πατέρα μου και μένει μόνη της από τότε. Τα καλοκαίρια πηγαίνει στο εξοχικό μας και κάθεται ένα τρίμηνο σχεδόν, αφού η Αθήνα δεν προσφέρει και πολλά το καλοκαίρι. Εκεί πήγα κι εγώ φέτος για μια εβδομάδα μετά τις διακοπές μου για να της κάνω παρέα και τελικά ανακάλυψα ότι ήταν πιο εύκολο από ότι νόμιζα να κάνω το απωθημένο μου πραγματικότητα.

Πηγαίνοντας εκεί είχα φορέσει μια βερμούδα χωρίς εσώρουχο αφού είχα κάνει ένα μπάνιο στο σπίτι. Η μέρα πέρασε ήσυχα, δεν πήγαμε για μπάνιο στη θάλασσα καθώς είχε πολύ αέρα και η μάνα μου δεν ξέρει μπάνιο όποτε φοβάται τα κύματα. Το βράδυ καθώς καθόμασταν και ακούγαμε τραγούδια, λέμε να πάμε μια βόλτα μέχρι τη θάλασσα που είναι τρία λεπτά από το σπίτι.

Φτάνοντας βλέπουμε μια θάλασσα λάδι και δοκιμάζοντας ήταν ζεστή και τέλεια. Μου μπαίνει η ιδέα εμένα να βουτήξω αλλά και κάπου κώλωνα γιατί ήμουν ακόμα με τη βερμούδα μόνο και τη μπλούζα από πάνω και δεν ήξερα πως θα αντιδράσει να με δει γυμνό ξαφνικά εκεί. Αλλά δεν άντεξα και με εξίταρε και το να γδυθώ μπροστά της και να πέσω στο νερό.

-    «Θέλω να πέσω γαμώτο αλλά δε φοράω μαγιό…», της κάνω.

-    «Ε πέσε με τη βερμούδα!», μου λέει.

-    «Α όχι δε μπορώ. Να κολλάει πάνω μου μετά… χάλια!»

Βγάζω τη μπλούζα και βγάζω και τη βερμούδα και της τα δίνω να τα κρατάει. Ήμασταν σε ένα μέρος που είχε φως από μια λάμπα σε κολώνα και μπαίνοντας ήξερα ότι μπορεί να με δει καθαρά. Μπήκα λοιπόν πιο αργά από ότι συνήθως και ένιωθα το βλέμμα της πάνω μου από πίσω. Βούτηξα, έκανα μερικές απλωτές και μετά λέω από μέσα μου «ας δοκιμάσουμε» και βγαίνω προς τα έξω και της φωνάζω:

-    «Είναι τέλεια! Δε θα μπεις εσύ;»

-    «Μπα… δεν μπορώ στο σκοτάδι. Δεν θα βλέπω και που πατάω… δεν έχω και μαγιό. Άστο, δεν πειράζει».

-    «Έλα μωρέ, θα είμαι εγώ δίπλα και θα προσέχω. Αν παραπατήσεις θα σε κρατάω. Και το μαγιό σιγά, ποιος θα σε δει; Μόνο εμείς είμαστε εδώ. Κι εγώ γυμνός είμαι. Μεταξύ μας τώρα, σιγά».

Την έβλεπα και δίσταζε.

-    «Άντε, έλα».

Είχα βγει πιο έξω και είχα σηκωθεί ώστε να με βλέπει κανονικά και από μπροστά με το νερό πάνω από το γόνατο. Τη βλέπω να αφήνει τα ρούχα μου κάτω και να αρχίζει να γδύνεται. Η καρδιά μου να αρχίζει τρελό χορό. Γδύθηκε και ήρθε στο νερό. Βγήκα λίγο πιο έξω να την προσέχω και καλά (είχε πέτρα η παραλία, όχι άμμο) αλλά για να τη δω καλύτερα.

Είδα τα μπούτια της πάλι γυμνά και μου τρέχανε τα σάλια. Είδα και τις μεγάλες τις ρώγες, σκουρόχρωμες πάνω στις βυζάρες της. Είδα και ότι είχε τριχωτό μουνάκι αλλά όχι σε μεγάλο βαθμό. Φαίνεται το φρόντιζε συχνά. Ήρθε κοντά προσέχοντας που πατάει και την έπιασα από το χέρι να πάμε βαθύτερα. Εκεί μπήκα εγώ στο νερό να κρύψω και την καύλα μου που πια είχε αρχίσει να εκδηλώνεται και την τράβηξα πιο βαθιά.

-    «Όχι άλλο βαθιά, φοβάμαι».

-    «Τι φοβάσαι; Αφού είμαι κι εγώ εδώ. Μην αγχώνεσαι».

-    «Όχι, όχι, φτάνει. Κάτσε εδώ, καλά είναι…»

Και μπαίνει στο νερό. Ζεστή η θάλασσα, εγώ έκαιγα πια ολόκληρος, της αφήνω το χέρι.

-    «Μη φεύγεις! Φοβάμαι μόνη μου».

-    «Δε φεύγω, κάτσε να σε πιάσω από τη μέση να έχεις τα χέρια ελεύθερα».

Πάω από πίσω της και βάζω τα χέρια μου στη μέση της. Είχαμε μια απόσταση πάντως που σιγά - σιγά και με την κουβέντα που κάναμε κοιτώντας γύρω και κάτι αστέρια που πέφτανε, φρόντιζα να μειώνω. Με το πρόσχημα ότι κάπου παραπάτησα, κάποια στιγμή κόλλησα το στήθος μου στην πλάτη της και τα χέρια μου ήταν πια γύρω από τη μέση της, ουσιαστικά σπρώχνοντας την προς τα πίσω.

Ένιωθα πια την πούτσα μου να ακουμπάει το σώμα της και τρελαινόμουν. Ήξερα ότι το νιώθει κι εκείνη αλλά δεν αντιδρούσε. Η κουβέντα σιγά, σιγά μειωνόταν μέχρι που σταμάτησε κι εγώ πια δεν άντεχα άλλο.

-    «Να σε ρωτήσω κάτι;», της λέω.

-    «Τι;»

-    «Να βάλω τα χέρια μου πιο ψηλά; Πιάστηκα να τα έχω χαμηλά τόση ώρα».

-    «Πιο ψηλά; Ε, ξέρω κι εγώ; Βαλ’ τα. Τι να πω;»

Τα σήκωσα κι εγώ χωρίς να τα πάρω από το σώμα της και τα πήγα ψηλά, κάτω από τα βυζιά της και που βασικά τα ακουμπούσα με τους αντίχειρες. Δεν είπε τίποτα κι εγώ πια είχα πάρει το δρόμο μου. Μετά από λίγο άρχισα να κουνάω τους αντίχειρες πάνω στα βυζιά της και όλο και περισσότερο.

Η σιωπή της με βοήθαγε και μετά από λίγο σήκωσα τα χέρια και έπιασα κανονικά τα βυζιά της από κάτω, γέμισαν οι χούφτες μου. Της τα έπιασα απαλά, ήσυχα, όχι βίαια, να μην την τρομάξω. Πήρε μια βαθιά ανάσα κι εγώ το ίδιο και από αυτό κατάλαβα ότι της άρεσε. Άρχισα να της μαλάζω τα στήθη της, όλο και πιο δυνατά και να τα σηκώνω, να τα πιέζω.

-    «Τι κάνεις;», μου λέει σχεδόν ψιθυρίζοντας.

Τα κεφάλια μας ήταν δίπλα - δίπλα πια για να κοιτάω τα βυζόμπαλα της καθώς έπαιζα μαζί τους. Αντί να της απαντήσω γύρισα και της έδωσα ένα φιλί στο λαιμό. Πήρα μια ξαφνική βαθιά ανάσα πάλι και τη φίλησα ξανά.

-    «Δεν πρέπει, σταμάτα. Είμαι η μαμά σου».

-    «Είσαι η μαμά μου και σ’ αγαπάω και θέλω να στο δείξω…», της ψιθυρίζω στο αφτί.

Πιάνοντας τις ρώγες της ανάμεσα στα δάχτυλα μου, της δίνω άλλο ένα φιλί δυνατό στο λαιμό που καταλάβαινα ότι την τρελαίνει.

-    «Αχ Θεέ μου! Τι κάνω…;», έβγαλε μια φωνή και γύρισε προς τα εμένα.

Με κοίταξε.

-    «Τι θέλεις;», με ρωτάει.

Την πιάνω από τη μέση και την τραβάω πάνω μου. Σκύβω και για πρώτη φορά τη φιλάω στο στόμα. Η αντίδραση της ήταν απίστευτη, πέρα από τις προσδοκίες μου. Σαν να απελευθερώθηκε κάτι μέσα της, τύλιξε τα χέρια της γύρω μου, με έσφιξε πάνω της και φιλιόμασταν παθιασμένα δεν ξέρω κι εγώ για πόση ώρα.

Οι γλώσσες μας πάλευαν να χωθούν όσο πιο βαθιά στο στόμα του αλλού και ανταλλάσσαμε ατέλειωτες ποσότητες σάλιου. Τα χέρια μας να τρέχουν στο κορμιά μας και να αναπνέουμε με δυσκολία αφού δε θέλαμε να χωρίσουμε τα στόματα μας. Αλλά κάποια στιγμή δεν άντεχα άλλο και τραβήχτηκα. Εκείνη φοβήθηκε ότι κάτι έπαθα.

-    «Θέλω να πάμε σπίτι και να σου κάνω έρωτα μαμά. Το θέλω πολλά χρόνια. Εσένα θέλω από μικρός και θέλω να μπω μέσα σου πάλι».

Τα μάτια της ήταν θολά από καύλα και η φωνή της βραχνή πια.

-    «Πάμε αγάπη μου. Δικιά σου είμαι πια. Κάνε ότι θες».

Βγήκαμε γρήγορα έξω, ρίξαμε τα απαραίτητα πάνω μας και σχεδόν τρέχοντας πήγαμε σπίτι. Σε δευτερόλεπτα την είχα γυμνή, ξαπλωμένη στο κρεβάτι, κι εγώ από πάνω της να τη θαυμάζω, μην πιστεύοντας αυτό που είχα μπροστά μου.

-    «Έλα πάνω μου. Μπες μέσα μου μωρό μου! Πήδηξε με και χύσε μέσα στο μουνί της μαμάς σου. Αυτό χρειάζομαι τώρα, την πούτσα σου να με ανοίξει, να μπει βαθιά μέσα μου και να χύσω κι εγώ πάνω της. Δεν αντέχω άλλο! Κοίτα πως κατάντησες τη μαμά σου, να παρακαλάει για την πούτσα σου σαν πουτάνα! Αλλά αυτό θέλω, να είμαι η πουτάνα σου! Κάνε με ότι θες αλλά τώρα πήδα με. Έλα…»

Δεν την αναγνώριζα πια, είχε μετατραπεί σε ένα ζώο. Με κοίταγε με τόση ένταση που με έκανε να χάσω κι εγώ τα μυαλά μου, να ξεχάσω τα απαλά και ήσυχα και να της φερθώ όντως σαν πουτάνα. Χωρίς τίποτα άλλο, έπιασα τα πόδια της και τα άνοιξα όσο πήγαιναν. Είδα τη μουνάρα της να ξεχειλίζει υγρά, θαλασσινό νερό, όλα μαζί και μπήκα μέσα της με μια κίνηση μέχρι που τα αρχίδια μου να χτυπήσουν τον κώλο της. Έβγαλε μια κραυγή που σίγουρα ακούστηκε στο διπλανό σπίτι αλλά ποιος νοιαζόταν πια.

Την πηδούσα σαν ζώο κι εγώ, δυνατά και προσπαθούσα να μπω και πιο βαθιά. Αν μπορούσα να βάλω και τα αρχίδια μέσα της θα το έκανα. Ήταν καυτή μέσα στη σπηλιά της και η πούτσα μου κολυμπούσε σε καυτά υγρά. Απορούσα κι εγώ πως άντεχα και δεν έχυνα. Η πούτσα μου πια είχε γίνει τόσο χοντρή που της άνοιγε το μουνί που είχε κλείσει από χρόνια αγαμίας. Ο ιδρώτας μου έπεφτε πάνω της, κάνοντας ακόμα πιο πλούσιο το μίγμα από υγρά που είχαμε πάνω μας.

Κάθε τόσο έσκυβα στο πρόσωπο της όχι για να τη φιλήσω αλλά για να της δώσω το σάλιο μου να το καταπιεί και το λάτρευε αυτό, το έβλεπα στο χαμόγελο της μετά. Αλλά σκέφτηκα ότι αφού είναι η πουτάνα μου να τη δοκιμάσω. Και αντί να της δίνω το σάλιο στο στόμα της, το έριχνα στο πρόσωπο της, στο μέτωπο, στα μάτια, να κυλάει προς το λαιμό της. Και αυτό την έκανε πια να μην κρατιέται.

Ούρλιαζε ότι θα χύσει αλλά κι εγώ πλέον ήμουν στα όρια μου. Με πρόλαβε και ένιωσα ένα καυτό πραγματικά ποτάμι να πλημμυρίζει ολόκληρο τον κόλπο της και να χύνεται πάνω μου, να μουσκεύει τα αρχίδια μου που πια ήταν έτοιμα να σκάσουν. Τίναζε το κορμί της, είχε τρομερούς σπασμούς και κάθε φορά έσφιγγε την πούτσα μου βαθιά μέσα της.

Ώσπου πια κι εγώ έχυσα δυνατά όσο πιο βαθιά μπορούσα ώστε να μείνουν εκεί και να μην παρασυρθούν έξω από τα ποτάμια της. Νόμιζα ότι έχυνα κιλά ολόκληρα και τα ένιωσε να χύνονται μέσα της και με κοίταγε στα μάτια όσο εγώ πια είχα σπασμούς και έσπρωχνα να μπω ολόκληρος μέσα της. Κατέρρευσα πια δίπλα της κι εκείνη με πήρε αγκαλιά, προσπαθώντας και οι δυο να βρούμε ανάσες. Η πούτσα μου πονούσε από τη καύλα και την ένταση.

Είχα ξεχάσει πια για εκείνο το βράδυ να της κάνω έρωτα όπως υπολόγιζα. Τελικά θέλαμε και οι δυο ένα γερό γαμήσι να ξεδώσουμε. Κοιμηθήκαμε έτσι, αγκαλιά εκείνο το βράδυ. Το πρώτο.

Όλα αυτά έγιναν πραγματικά, είναι αλήθεια, όχι φαντασία. Και όχι παλιά, πριν δέκα μέρες. Από εκείνο το βράδυ φυσικά είμαστε μαζί, ζευγάρι. Της έχω κάνει έρωτα και μου έχει κάνει έρωτα και έχουμε κάνει κι άλλα, που είχαμε και οι δυο απωθημένο να κάνουμε.

Αναγκαστικά έφυγα για να γυρίσω στη δουλειά αλλά αύριο θα πάω να την πάρω να γυρίσει Αθήνα, ώστε να συνεχίσουμε τη σχέση μας. Θα της δείξω και τη δημοσίευση αυτή και είμαι σίγουρος ότι θα οδηγήσει σε πολύ ωραίες καταστάσεις πάλι.

Αν ενδιαφέρεστε για τα περαιτέρω, περιμένω σχόλια σας.

(Copyright protected OW ref: 20733)