Με τη σεμνή θεία

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το e-mail μου είναι το:
Με τη θεία είχαμε και έχουμε τηλεφωνική επαφή. Μάλιστα σε ένα τηλέφωνο μου εκμυστηρεύτηκε πως και η άλλη μου η θεία καύλωνε με τη σκέψη μου. Το μυαλό μου ούτε που μπορούσε να το φανταστεί. Η Ματίνα που είναι μια τόσο σοβαρή γυναίκα; Δεν πίστευα στα αφτιά μου.

Η Ματίνα είναι μια γυναίκα γύρω στα 50 με 55. Πάντα σοβαρή. Το ντύσιμο της πολύ συντηρητικό. Φούστα ή φουστάνι πάντα κάτω από το γόνατο ή μέχρι αυτό και πουκαμισάκια ή μπλουζάκια πάντα κλειστά. Από τη στιγμή όμως που έμαθα αυτά τα πράγματα άρχισα να αναστατώνομαι…

Στο μυαλό μου τριγυρνούσε πάντα η ιδέα να την ξεσκίσω και βρήκα τον τρόπο.
Ο άντρας της (θείος μου) και ο γιος της (ξάδερφος) δούλευαν στην εταιρία που ήμουν προσωπάρχης. Εδώ και καιρό μου ήρθε λίστα για μείωση προσωπικού. Τα ονόματα τους δεν ήταν βέβαια μέσα, μα κανένας δεν το ήξερε.

Ένα βράδυ λοιπόν ενώ είχα πάει από το σπίτι τους, ήρθε η συζήτηση γύρω απ’ το θέμα και τους είπα πως ήταν μέσα στους προς απόλυση τα ονόματα τους, μα τους είπα πως θα κάνω ότι μπορώ και ότι είχα τον τρόπο μου. Στο τραπέζι άρχισαν να με περιποιούνται με ξεχωριστό τρόπο.

Ο ξάδερφος μου μετά το φαγητό βγήκε βόλτα. Εγώ με το θείο μου καθόμασταν στον καναπέ και του έλεγα τι χαρτιά χρειαζόταν να έχω ως πρόσθετα για να μην απολυθούν. Έπρεπε την άλλη μέρα μετά τη δουλειά να πάει με τον ξάδερφο μου στο χωριό να πάρουν κάτι χαρτιά προϋπηρεσίας που τους είχα ζητήσει. Έτσι θα είχα Παρασκευή και Σαββατοκύριακο όλο δικό μου.

Η θεία όπως πάντα περίεργη με ρώτησε ποιος είναι αυτός ο τρόπος.

-    «Αν φτιάξεις καφέ θα σου πω αύριο…», της λέω χαμογελώντας.

Όντως την άλλη μέρα μετά τη δουλειά πήγαμε απ’ το σπίτι τους. Οι δυο τους έφυγαν για το χωριό κι εγώ κάθισα με τη θεία για τον καφέ. Αυτή όπως πάντα σεμνή. Φορούσε ένα πουκάμισο και μια φούστα μέχρι το γόνατο.

-    «Λοιπόν ανιψάκι μου, πώς τα βλέπεις τα πράγματα;»

-    «Κοίτα θεία, όλα εξαρτώνται…»

Λέγοντας αυτά πήγε στην κουζίνα να μου φτιάξει τον καφέ. Μπαίνω κι εγώ στην κουζίνα. Ήταν στο νεροχύτη. Πήγα από πίσω της…

-    «Από τι λοιπόν εξαρτώνται όλα ανιψάκι μου;»

-    «Από σένα…», της ψιθυρίζω στο αφτί.

Τα χέρια μου της χούφτωναν τα μπούτια ενώ είχα κολλήσει πάνω της.

-    «Μα τι λες; Τι κάνεις; Είσαι ανιψιός μου. Μη! Σταμάτα. Τρελάθηκες;»

Τα χέρια της προσπαθούσαν να απωθήσουν τα δικά μου που της σήκωναν τη φούστα. Εγώ άρχισα να τη φιλάω και να τη γλύφω στο λαιμό.

- «Μουνάρα μου από σένα εξαρτάται αν θα απολυθούν…»

Εκείνη συνεχώς κουνιόταν για να ελευθερωθεί.

-    «Όχι. Μη… σταμάτα! Δεν θέλω…»

Τότε την έπιασα απ’ τα μαλλιά και της γύρισα το πρόσωπο προς τα μένα.

-    «Λοιπόν καριόλα, θέλεις να απολυθούν; Ε; Θέλεις;»

-    «Όχι, όχι. Μα είσαι ανιψιός μου. Είμαι παντρεμένη…»

Άρχισα να τη φιλάω στο στόμα και να της λέω το πόσο με καύλωνε και ότι όλα ήταν στα χέρια της. Τότε ήταν που ενέδωσε. Γύρισε πάλι πλάτη και ακούμπησε τα χέρια της στο νεροχύτη.

-    «Αν είναι και εξαρτάται από μένα τότε δεν έχω άλλη επιλογή…»

-    «Γιατί δεν θες καυλιάρα μου; Δεν σ’ αρέσει;»

Τα χέρια μου της χάιδευαν τα μπούτια και της σήκωναν τη φούστα.

-    «Ε… ναι. Μμμ… ναι. Μα είμαι θεία σου… αχχχ!»

Η φούστα της είχε σηκωθεί μέχρι τη μέση και φαινόταν οι μπουτάρες και η κωλάρα της. Φορούσε ένα μαύρο καλσόν. Εγώ συνέχιζα να τη γλείφω στον αυχένα μέχρι το πρόσωπο. Τότε τα χέρια μου έπιασαν και πίεζαν τις βυζάρες της. Με μια μου κίνηση της έσκισα το πουκάμισο.

-    «Μμμ… ανιψάκι μου. Ναι!!!»

Σε λίγο οι βυζάρες της ήταν μέσα στις παλάμες μου. Αυτή γύρισε και άρχισε να τρίβεται πάνω μου και να με φιλάει με μανία.

-    «Γλείψ’ τα μου καυλιάρη ανιψιέ μου, γλείψ’ τα μου…»

Της έγλειφα και της δάγκωνα τις ρώγες ενώ αυτή βογκούσε συνέχεια. με Τη γλώσσα μου κατέβηκα μέχρι το μουνί της. Άρχισα να της σκίζω το καλσόν και το στόμα και τα δάχτυλα μου χώθηκαν στη υγρή μουνάρα της. Αυτή απολάμβανε το γλειφομούνι. Σιγά - σιγά άρχισε να χύνει στο στόμα μου.

-    «Πάρ’ τα πούστη. Γλείψ’ τα καριόλη τα χύσια μου. Ναι… αχχχ….»

Τα μπούτια της έτρεμαν. Έχυνε συνέχεια. Εγώ σηκώθηκα όρθιος κι αυτή με μανία με έγδυνε, με έγλειφε και με δάγκωνε. Μου έβγαλε έξω τον πούτσο και άρχισε να τον παίζει.

-    «Πουτσαρά μου έλα… ξέσκισε την πουτάνα τη θεία σου. Έλα καυλιάρη μου…»

Την έπιασα και την έβαλα πάνω στο νιπτήρα. Ο πούτσος μου άρχισε να μπαίνει σιγά - σιγά στο μουσκεμένο μουνί της. Οι κινήσεις γινόταν ολοένα και πιο γρήγορες. Την γάμαγα βίαια.

-    «Ξεκωλιάρα! Νιώσε το καυλί μου που σε ξεσκίζει. Παρ’ τον μέσα σου πουτάνα!»

Άρχισε πάλι να τρέμει ολόκληρη απ’ την καύλα. Βόγκαγε δυνατά. Μέχρι που δεν άντεξα άλλο… έχυσα μέσα στο ζεστό μουνί της.

-    «Παρ’ τα καριόλα, παρ’ τα!!!»

-    «Ναι καύλα μου… χύσε μέσα μου. Αχ! Ναι! Με ξεμούνιασες την πουτάνα!»

Τραβήχτηκα και έβλεπα τα μπούτια της να τρέμουν και τα χύσια μου να τρέχουν απ’ το μουνί της στο σκισμένο καλσόν της και στη φούστα της. Άρχισα να ντύνομαι. Αυτή όταν άρχισε να ηρεμεί κάπως, συμμάζεψε τα σκισμένα ρούχα της και πήγε προς το μπάνιο.

-    «Μα τι έκανα..; Με τον ανιψιό μου…;», μονολογούσε.

Λέγοντας αυτά άρχισε να τρέχει προς το μπάνιο. Εγώ πήγα και κάθισα στο σαλόνι. Μετά από λίγο την είδα να βγαίνει με την πετσέτα και να πηγαίνει στο δωμάτιο της.

-    «Λοιπόν, τι έγινε αυτός ο καφές θεία; Κόκαλα έχει;»

Γύρισε και με κοίταξε.

-    «Είσαι ένα παλιόπαιδο! Το ξέρεις;», μου λέει χαμογελαστά.

-    «Εγώ; Επειδή ζητάω έναν καφέ;»

-    «Περίμενε ανιψάκι μου λίγο και σε σερβίρω…», μου λέει πονηρά.