Η καυτή ξαδέρφη της γυναίκας μου

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Ο Μιχάλης γουστάρει την ξαδέρφη της γυναίκας του και ψάχνει αφορμή να την πηδήξει. Ένα βράδυ που είχαν πάει με παρέα στο μαγαζί που δουλεύει η ξαδέρφη, βρίσκει τρόπο να της δείξει το ενδιαφέρον του κι εκείνη  αντιλαμβάνεται αμέσως. Πολύ έξυπνα βρίσκει έναν τρόπο για να απομονωθούν οι δυο τους…

Η ιστορία:

Με λένε Μιχάλη, είμαι 33 χρονών και είμαι οικονομικός σύμβουλος. Έχω αρκετά μεγάλη εμπειρία με τις γυναίκες από τα δεκαοκτώ μου περίπου που ξεκίνησα να έχω ερωτική ζωή. Έζησα μερικά χρόνια και στο εξωτερικό για σπουδές και όπως καταλαβαίνετε το γλέντησα με κάθε φυλή και κάθε τύπο γυναίκας. Αυτά για εισαγωγικά για μια πρώτη γνωριμία. Στο ζουμί τώρα. Είμαι αρκετό καιρό αναγνώστης της σελίδας σας και όλο έλεγα να γράψω κάποιες από τις περιπέτειες μου. Τελευταία μου καρφώθηκε μια καλύτερη ιδέα όμως…

Από καιρό γούσταρα την ξαδέρφη της αρραβωνιαστικιάς μου. Την λένε Λέλα και δουλεύει μπαργούμαν σε ένα καλό μαγαζί της πόλης μας (Δεν λέω που γιατί είναι μικρή κοινωνία και όλοι είναι γνωστοί). Η Λέλα λοιπόν είναι 24 χρονών, γύρω στο 1.70, μελαχρινή (λίγο από τσιγγάνικο αίμα στο σόι της μάνας της), σγουρό μαύρο μαλλί, με υπέροχες και στητές βυζάρες και σφιχτό ολοστρόγγυλο κωλαράκι. Κάθε φορά που βρισκόμασταν ήμασταν στα τυπικά γιατί είχα και την δικιά μου από κοντά και μεταξύ συγγενών στο σόι. Το μουνάκι έχει όμως μια προστυχόφατσα που καυλώνει και καλόγερο. Δεν είναι τυχαίο το ότι στο μαγαζί κάνει το καλύτερο ταμείο και οι «αρραβωνιαστικοί» τα στάζουν κάθε βράδυ στο μπαρ για να εντυπωσιάσουν.

Γούσταρα κάθε φορά που η δικιά μου έλεγε πως στην παρέα θα ερχόταν και η Λέλα. Φανταζόμουν τρελές καταστάσεις και φρόντιζα να μαθαίνω με έμμεσο τρόπο αν έχει παράπονα από τις σχέσεις της, πότε δουλεύει και γενικά προετοίμαζα το έδαφος. Πριν κανένα μήνα λοιπόν το μουνάκι χώρισε από τον δικό της και έκανε παράπονα στην δικιά μου του στιλ: «Τι καλά που είσαι με τον Μιχάλη, εγώ δεν μπορώ να εμπιστευτώ σε αυτή τη φάση κάποιον άντρα». Θα μου πείτε η γκόμενα θα μπορούσε να έχει όποιον ήθελε κάθε βράδυ λόγω δουλειάς, αλλά αυτήν την πήρε από κάτω και είχε βαρεθεί και το σκηνικό στο μπαράκι.

Ήξερε καλά το ποίημα. Τους καύλωνε όλους, άλλαζε τηλέφωνα και τους άφηνε με την ψωλή στο χέρι. Ήρθε λοιπόν η δικιά μου και μου τα είπε χωρίς να ξέρει τα δικά μου σχέδια. Το σκηνικό άρχιζε να στρώνει επικίνδυνα. Ήρθαν οι γιορτές και γίναμε τακτικοί θαμώνες στο μπαράκι που δουλεύει. Η Λέλα κάθε φορά ανοιγόταν όλο και περισσότερο. Καρφωτές ματιές, πλακίτσες, όλο και περισσότερο άγγιγμα μέχρι που στο τέλος μου μιλούσε και μου κρατούσε συνέχεια το χέρι. Η δικιά μου δεν υποψιαζόταν τίποτα και το διασκέδαζε που ήμουν τόσο άνετος με το σόι της.

Δύο - τρεις μέρες συνεχίστηκε το ίδιο σκηνικό λοιπόν ώσπου ήρθε η παραμονή της πρωτοχρονιάς. Μαζευτήκαμε στο σπίτι της δικιάς μου μέχρι να αλλάξει ο χρόνος και μετά κάπου έξι άτομα, τα αδέρφια της, η γκόμενα του αδερφού της και μια άλλη ξαδέρφη της δικιάς μου, ξεκινήσαμε για το μαγαζί που δουλεύει η Λέλα. Μετά το σχέδιο έλεγε μπουζούκια, κάτι που ποτέ δεν έγινε. Το μαγαζί ήταν τρία τετράγωνα από το πατρικό της αρραβωνιαστικιάς μου. Μπήκαμε μέσα και καθίσαμε στο τραπέζι που μας είχε κρατήσει από νωρίς η Λέλα. Σήμερα δούλευε μάρκα (είναι η πιο παλιά εκεί) έξω από το μπαρ.

Καύλωσα με το που την αντίκρισα και πρέπει να κατάλαβε την αλλαγή στο ύφος μου. Αφού είπαμε τα κλασικά «Χρόνια πολλά» και φιληθήκαμε τυπικά, έκατσε μαζί μας για λίγο μέχρι να γεμίσει κόσμο το πόστο της. Σήμερα το μουνάκι ήταν μια θεά. Φορούσε μια μαύρη μπλούζα χωρίς τιράντα και με ένα αποκαλυπτικό μπούστο που άφηνε να ξεχωρίζουν υπέροχα τα βυζιά της μέχρι σχεδόν λίγο πάνω από την ρώγα. Αυτό που σκέφτηκα όταν λέγαμε «Χρόνια πολλά» ήταν πόσο ήθελα να βάλω αυτές τις ρώγες της στο στόμα μου και να τις ρουφάω, να τις γλείφω…

Η τύπισσα σήμερα έδινε ρέστα. Ήταν περισσότερο εύθυμη και χαρούμενη από κάθε άλλη φορά και δεν έλεγε να πάρει τα μάτια της από πάνω μου. «Αυτό ήταν!», είπα. «Σήμερα θα το φάω αυτό το μουνάκι και ας γίνει ότι θέλει. Πρέπει να βρω τρόπο να το ξεσκίσω και να το τρελάνω. Θα το βγάλω στο κλαρί για πάρτι μου, για τις καύλες που μου είχε δώσει μέχρι τότε! Θα το γαμήσω όπως δεν γάμησα ποτέ καμιά. Όπως σίγουρα δεν την γάμησε κανένας!». Μέσα στον όλο ενθουσιασμό πρέπει να σας πω ότι σκέφτηκα: «Θα την ξεσκίσω και θα τα γράψω όλα στην σελίδα του xstream».

Από παλιά έκανα τέτοιες μαλακίες. Έβαζα στόχο κάποιες γκόμενες και το δούλευα μέχρι να τις πηδήξω. Κάτι σαν προσωπικό στοίχημα ας πούμε. Τώρα στην ιδέα ότι αυτό που θα έκανα θα το μάθαιναν και άλλοι με καύλωνε και με πείσμωνε περισσότερο. Τα πρώτα ποτά ήρθαν και έβαλα σε εφαρμογή το σχέδιο μου. Γενικά αντέχω στο ποτό, ειδικά όταν πίνω κάτι ποιοτικό και όχι καμιά φόλα τρίτης διαλογής ουίσκι. Πήρα λοιπόν το σπέσιαλ μου με τα φρουτάκια μου και τους ξηρούς καρπούς και την είδα «πριγκιπέ ολέ».

Οι υπόλοιποι της παρέας μικροί και άπειροι το ρίξανε στα μπερδέματα και στα χημικά (αυτές τις μαλακίες που βγάλανε τελευταία με ρούμι και ταυρίνες). «Ωραία! Θα τους κάνω φέσι!», σκέφτηκα. Μετά τα δεύτερα άρχισα τα σφηνάκια. Χαλαρά στην αρχή, μην μας πάρουν γραμμή, αλλά μετά πείραζα το μαλάκα τον αδερφό της δικιάς μου για συναγωνισμό. Δίπλα στη θέση μου είχε ένα μεγάλο φυτό από αυτά τα διακοσμητικά εσωτερικού χώρου. Εκεί κατέληξαν τα περισσότερα από τα δικά μου σφηνάκια. Η δικιά μου ξέρω ότι με δύο ποτά νυστάζει και με τέσσερα - πέντε είναι λιώμα.

Η Λέλα είχε αφήσει ουσιαστικά το πόστο γιατί είχε έρθει το ένα από τα αφεντικά και έκατσε δίπλα στην ταμιακή. Τώρα ήταν πάνω στο μπράτσο από τον καναπέ απέναντί μου και πείραζε τον αδερφό της δικιάς μου. Μιλούσα με όλη την παρέα στα αριστερά μου και με την άκρη του ματιού έβλεπα την Λέλα κάθε φορά που άλλαζε πόδι. Φορούσε μια σχεδόν μίνι φούστα, μαύρη με σκίσιμο στο πλάι που άφηνε να φανούν τα μπουτάκια της αρκετά ψιλά επάνω. «Έχει ωραίο πόδι η πουτανίτσα. Γυμνασμένο!», σκέφτηκα. Η Λέλα πήρε γραμμή ότι τη χάζευα και μου έδωσε ένα πονηρό χαμόγελο. Της άρεσε που την κάρφωνα. Η δικιά μου και οι υπόλοιποι χόρευαν, σκοντάφτοντας κάποιες φορές στα χαμηλά σκαμπό που είχε δίπλα. Η Λέλα ήρθε και έκατσε δίπλα μου.

-    «Περνάς καλά; Γιατί δεν χορεύεις;», με ρώτησε.

Το βλέμμα της είχε αυτό το πουτανίστικο ύφος που βγάζουν οι γυναίκες της νύχτας όταν κάνουν παιχνίδι. Νούμερο πέντε φωνή, αισθησιακή και λίγο γλείψιμο στα χείλη για να γυαλίζουν.

-    «Μια χαρά! Αλλά θα μπορούσα και καλύτερα…», της απάντησα παίρνοντας ένα ύφος γεμάτο υπονοούμενα.

Η μικρή το έργο το είχε ξαναδεί και δεν ήθελε και πολύ πρόλογο.

-    «Να σου φέρω κανένα φρούτο από την κουζίνα;», ρώτησε.

Για μια στιγμή απογοητεύτηκα. «Τι γύρισμα έκανε τώρα;», σκέφτηκα. «Τι μαλακίες μου λέει;». Μέχρι να τελειώσω την σκέψη μου σηκώνεται και πάει στην κουζίνα δίπλα στις τουαλέτες. Έτσι όπως είναι το μαγαζί η κουζίνα είναι στο βάθος του διαδρόμου που είναι οι τουαλέτες. Κοίταξα για λίγο τους άλλους που χόρευαν στο βάθος. Λίγο - λίγο είχαν ξεφύγει αρκετά μακριά από το τραπέζι. Δεν με έβλεπε κανείς. Η γυναίκα που είχε το μαγαζί για κουζίνα είχε σχολάσει γιατί την πήρε το μάτι μου δίπλα στο αφεντικό να πληρώνεται. «Τώρα είναι η ευκαιρία…!», σκέφτηκα. «Του πούστη, τόσο καιρό με καρφώνει, δεν μπορεί να μη γουστάρει. Θα την ξεμοναχιάσω και αν δεν κάτσει θα το ρίξω στην πλάκα μην γίνουμε και ρεζίλι».

Μπήκα μέσα στην κουζίνα. Βρήκα την Λέλα να κοιτάει κρατώντας τον πάγκο σαν να σκέφτεται κάτι. Πήγα σιγά από πίσω της και την αγκάλιασα για να την τρομάξω.

-    «Πού είσαι εσύ;», είπα έντονα.

Για μεγάλη μου έκπληξη τινάχτηκε λίγο αλλά έγειρε το κεφάλι της πίσω αριστερά και έμεινε έτσι ακίνητη στην αγκαλιά μου. Τα μαλλιά της μύριζαν υπέροχα. Το είχα προσέξει και ήταν μέρος της φαντασίωσης που είχα όλο αυτό τον καιρό με την πάρτι της. Ο λαιμός της ήταν μερικά εκατοστά από την ανάσα μου κι αυτό την ξεσήκωνε. Παραπατήσαμε και οι δύο μαζί προς τα μπροστά και την κόλλησα κόντρα στον πάγκο. Ένιωθα τα κωλομέρια της όλο και περισσότερο έτσι όπως τούρλωσε τον κώλο της. Είχε νιώσει πόσο καυλωμένος ήμουν και άρχισε να κουνιέται αργά, σπαρταρώντας κάποιες φορές από την ένταση της στιγμής.

-    «Τι συμβαίνει μωρό μου;», της ψιθύρισα στο αφτί. «Σου αρέσει;»

-    «Πολύ!», μου απάντησε αναστενάζοντας και γυρίζοντας το χέρι της στα μαλλιά μου.

-    «Θέλω να σε πάρω τώρα εδώ!», της είπα επιτακτικά.

Ένα «Ναι!» και ένας αναστεναγμός ήταν η απάντηση. Πίσω από το μεγάλο ψυγείο είχε έναν ανοιχτό χώρο σαν αποθήκη για τις κάσες με τα αναψυκτικά. Το βλέμμα μου πήρε ένα τραπέζι με μερικά κιβώτια από ουίσκι. Την τράβηξα μέχρι εκεί.

-    «Θέλω να σε σκίσω σήμερα καυλάκι μου!», είπα με τα δόντια σφιγμένα.

-    «Κι εγώ σε θέλω. Πάρε με τώρα…», μου απάντησε και το χέρι της χούφτωσε τον πούτσο μου πάνω από το παντελόνι.

Κόντεψα να χύσω από την καύλα. Τέτοιο απωθημένο δεν είχα με καμιά. «Θα πεθάνει στο γαμήσι το μουνάκι!», σκέφτηκα. «Τώρα που μου έκατσε θα της το δώσω στο χέρι το μουνί. Θα ματώσει». Δεν με ένοιαζε πλέον τίποτα. Ούτε πόση ώρα ήμασταν στην κουζίνα, ούτε αν μας πήραν χαμπάρι οι άλλοι, ούτε τι θα γίνει με τις οικογένειες, τίποτα. Έπρεπε να μπω στο ζεστό της μουνάκι. Ήθελα να την χύσω, ήθελα να μην σταματάω να την χύνω. Ήθελα να τις γεμίσω όλες τις τρύπες με χύσια!

Κατέβασα με τη μία την μπλούζα της στη μέση και πήρα στα χέρια μου τα βυζιά της. Η πουτάνα δεν χρειαζόταν σουτιέν. Νούμερο 4 και στητά σαν να είχε σιλικόνη (δεν είχε κάνει κάτι τέτοιο). Έσκυψα για λίγο και από τα πλάγια άρχισα να γλείφω γύρω - γύρω την ρώγα της ενώ αυτή μου ξεκούμπωνε το παντελόνι. Η γεύση ήταν απίθανη! Το σώμα της είχε μια ιδιαίτερη μυρωδιά και γεύση που με τρέλαινε. Δάγκωσα απαλά την ρώγα της και τινάχτηκε. Έσφιξε δυνατά τον πούτσο μου και γυρνώντας γονάτισε για να τον πάρει στο στόμα. Η έκπληξη της ήταν για μένα μια ακόμα ικανοποίηση όταν μου είπε:

-    «Είναι τόσο μεγάλος! Μμμμ…»

Χαμογελώντας με κοίταξε πονηρά και είπε:

-    «Θέλω να τελειώσεις στο στόμα μου…»

Έπαθα την πλάκα της ζωής μου. «Πού το βρήκα αυτό το κελεπούρι;», σκέφτηκα. Η δικιά μου άρχισε να το κόβει το τσιμπούκι τον τελευταίο καιρό. Περικοπές και γαμήσι με εκπτώσεις. Σιγουράντζα ότι θα της μείνει ο γκόμενος ότι και να κάνει, και το γύρισε στα πατροπαράδοτα. Άντε και λίγο κώλο στις γιορτές. Με τέτοια μυαλά εννοείτε ότι ξενογαμάω αρκετά.

Η Λέλα ήταν άπαιχτη στο τσιμπούκι! Τέλεια πίπα! Σάλιωνε τον πούτσο μου μέχρι την βάση και μετά τον κατάπινε χωρίς ούτε μια φορά να ακουμπήσει δόντι επάνω. Ταλέντο μιλάμε! Κάθε φορά που τραβιόταν πίσω έπαιζε με το χέρι στριφογυριστά τον πούτσο μου που κόντευε να σπάσει από την καύλα. Έβλεπα τις φλέβες μου να χάνονται στο στόμα της κι αυτήν να με κοιτάει στα μάτια. Ήμουν ο πιο τυχερός άνθρωπος στον πλανήτη εκείνη τη στιγμή. Η Λέλα ήξερε πως να ικανοποιεί έναν άντρα. Ήταν γυναίκα ρε παιδί μου! Γυναίκα και το γούσταρε!

Παρόλη την φασαρία από το μαγαζί άκουγα τα μουγκρητά ικανοποίησης που έβγαζε σε όλη την διάρκεια. Έχυσα με φοβερούς σπασμούς μέσα στο στόμα της. Πρέπει να πέρασαν απίστευτες ποσότητες έτσι όπως τις ένιωσα. Η Λέλα ξαφνιάστηκε από την ποσότητα και άρχισε να καταπίνει κοιτάζοντας με στα μάτια κάπως ικετευτικά. Αυτό με έκανε περισσότερο θηρίο. Κατάπιε κάθε σταγόνα και έγλειψε καλά καθαρίζοντας τον πούτσο μου.

Πήρα μια αναπνοή. «Πρέπει να πάμε μέσα…», σκέφτηκα κοιτάζοντας προς τα εκεί. Η Λέλα με είδε και συμφώνησε σιωπηλά. Ντυθήκαμε στα γρήγορα και δώσαμε ένα υγρό φιλί στην πόρτα.

-    «Άσε το κινητό σου ανοιχτό. Θα τους αδειάσω σπίτι και έρχομαι να σε πάρω!», της είπα φεύγοντας πρώτος προς τα μέσα.

(Copyright protected OW ref: 15588)