Η δεκαοκτάχρονη ξαδέρφη

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το e-mail μου είναι το:

Συγχαρητήρια για την υπέροχη ιδέα σας να δημοσιεύετε ιστορίες από τους φίλους στην ιστοσελίδα σας. Αποφάσισα να σας στείλω κι εγώ μια πραγματική ιστορία, κάποια χρόνια πριν, όταν ήμουν ακόμη δεκαοκτώ χρονών στο νησί μου στην Κεφαλονιά.

Εγώ μεγάλωσα στο νησί και ήμουν στα δεκαοκτώ μου ένα μελαχρινό αγόρι πολύ όμορφο και γοητευτικό (είμαι και τώρα αλλά στα 33 είναι αλλιώς από 18) και πολύ καυλιάρης. Το σόι μου μεγάλο και πολυπληθές σε ξαδέρφες πρώτες, δεύτερες, τέταρτες κλπ. Μια από αυτές και η Αναστασία, τέταρτη μου ξαδέρφη. Η Αναστασία ήταν στην ίδια ηλικία με εμένα αλλά οι δικοί της ζούσαν στην Αθήνα, πολύ ευκατάστατοι έμποροι. Την είχαν μοναχοπαίδι. Δεν είχαμε μεγαλώσει ακριβώς μαζί αλλά από μικρά παιδιά βλεπόμαστε τα καλοκαίρια κάθε δυο - τρία χρόνια όταν έρχονταν στο νησί μας για διακοπές. Πάντα την έβλεπα με μια παιδική αγάπη παίζαμε πολύ καλά μαζί, ποτέ ως τα δεκαοκτώ δεν την είχα δει ερωτικά. Μέχρι εκείνο το μοιραίο καλοκαίρι…

Μήνας Ιούλιος, του 1989 αρκετά ζεστός. Μόλις είχα γράψει Πανελλήνιες και περίμενα αποτελέσματα. Εκείνες τις ημέρες οι δικοί μου, μου ανακοίνωσαν πως οι θείοι και η Αναστασία θα ερχόντουσαν μετά από κάνα δυο ημέρες για ένα μήνα διακοπές και πως η Αναστασία έπρεπε να βγαίνει με μένα και να την προσέχω. Είχα να την δω από 14 ετών. Ήρθε η ημέρα της άφιξης και έφθασαν οι θείοι και ξαφνικά άνοιξε μια αγκαλιά ένα μωρό ντυμένο με λευκή λινή παντελόνα και λευκό μπουστάκι, είναι και κοκκινομάλλα η ξαδέρφη...

-    «Παναγή μου!» και μου σκάει δυο φιλιά στις άκρες των χειλιών.

Δυο πεταχτά και πολύ σφιχτά στηθάκια, μια κοιλίτσα πλάκα, κόλλησαν πάνω μου κι εγώ μετά βίας κράτησα τα χέρια μου πάνω στη μεσούλα που στήριζαν τα δυο πιο όμορφα κωλομαγουλάκια που είχα δει. Φαίνονταν πολύ σφιχτά, ολοστρόγγυλα και ζουμερά. Όσο για το προσωπάκι.. φωτεινά ματάκια, γαλλική μυτούλα και δυο χείλη κεράσι αλλά τι κεράσι.. αφράτο και σαρκώδες. Ήθελα να τα δαγκώσω εκείνη τη στιγμή.. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι ο "φίλος" και "συμπολεμιστής" στο σορτσάκι μου άρχισε να σαλεύει, ίσως και εκείνη το κατάλαβε.. Πάντως αφήσαμε τις αγκαλιές πάνω στην ώρα που το τερατάκι, είμαι προικισμένος από ότι μου έχουν πει οι κατά καιρούς ερωμένες μου θέριευε και ζήταγε άλλα.

Τους κεράσαμε και καθίσαμε στη βεράντα κι εγώ κατάλαβα ότι την είχα ερωτευτεί εκείνη τη στιγμή που την είδα. Μάλλον όλοι το κατάλαβαν γιατί δεν μπορούσα να ξεκολλήσω τα μάτια μου από πάνω της. Την έτρωγα και τη βίαζα με το βλέμμα, αλλά και εκείνη το ίδιο.

Πέρασαν οι μέρες, μπάνια, βόλτες, παγωτά στο Αργοστόλι, μπάνια στον Πλατύ Γιαλό, έξοδοι για χαλαρό ποτάκι με την ξαδέλφη και τους δικούς της, κουβέντα για πολλά με την Αναστασία αλλά ουδέν για γκόμενους, φιλενάδες και λοιπά. Ήταν επιφυλακτική. Μόνο ώρες - ώρες πήγαινε στο περίπτερο για τηλέφωνο όταν είμαστε μαζί. Πρέπει να σας πω ότι παρθένος δεν ήμουν, το προηγούμενο καλοκαίρι είχα το κοριτσάκι μου αλλά είχαμε χωρίσει στον ένα χρόνο, θα πήγαινε έξω για σπουδές. Οι θείοι με την Αναστασία νοίκιαζαν για διακοπές ένα σπίτι έξω από την πόλη. Ένα πρωί κατά τις οκτώ, εγώ κοιμόμουν και ονειρευόμουν διάφορα (κυρίως μουνάκια) όπως τα αγόρια σε αυτή την ηλικία. Ήρθε ο θείος σπίτι και άφησε την Αναστασία σε μας και πήγε για ψώνια. Ομοίως και η μάνα μου έφυγε μετά από είκοσι λεπτά. Εγώ τον ύπνο του δικαίου…

Ενώ λοιπόν ψιλοξύπναγα, άκουσα την πόρτα του δωματίου μου να ανοίγει και σκέφτηκα «τι θες ρε μάνα πρωί - πρωί αχάραγο; Ούτε την πρωινή δε βαρέσαμε ακόμα!». Ξαφνικά νιώθω ένα ανάλαφρο πλάσμα να κάθεται στο κρεβάτι μου και να με αγκαλιάζουν δυο τρυφερά βελούδινα μπρατσάκια στην πλάτη. Ναι, έχω φοβερές πλάτες.

-    «Ξύπνα υπναράκο! Ήρθα να σε ξυπνήσω. Χι χι χι!»

Και νιώθω εκείνα τα χειλάκια που φανταζόμουν να μου υγραίνουν την πλάτη δυο φορές. Ούτε να μουρμουρίσω το όνομά της δεν πρόλαβα καθώς γύρισα ανάσκελα στο κρεβάτι. Δεν πρόλαβα γιατί εκείνα τα ίδια σαρκώδη κεράσια κόλλησαν στο στόμα μου και η πιο παιχνιδιάρικη γλωσσίτσα του κόσμου, ναι φίλοι μου, έχω δοκιμάσει υπεράριθμες γλωσσίτσες, χώθηκε ελαφρά και παιχνιδιάρικα μέσα. Δεν ήξερα αν κοιμάμαι ή ονειρεύομαι και ανταπέδωσα πολύ τρυφερά το φιλί της και δεν ξεκολλήσαμε για δέκα λεπτά ενώ αυτή με χάιδευε στα μαλλιά στο στήθος και στην κοιλιά.

-    «Είσαι πολύ όμορφο αγόρι Παναγή μου και δεν άντεχα άλλο…»

-    «Μωρό μου, με έχεις ξετρελάνει από την πρώτη στιγμή που σε είδα!» της είπα.

Και ξανά φιλιόμαστε...

-    «Ο μπαμπάς θα έρθει το μεσημέρι να με πάρει και η μαμά σου θα λείπει στην αγορά όλο το πρωί, οπότε, έχουμε χρόνο για μας…» είπε η Αναστασία.

Πριν προλάβω να σκεφτώ «προχωρημένη η ξαδέλφη!» άρχισε να με φιλάει στο λαιμό, στο στήθος και στην κοιλιά, προχωρώντας αργά και βασανιστικά όλο και πιο κάτω. Με κυκλικά φιλάκια και γλειψιματάκια έφτασε στον "συμπολεμιστή" μου και άρχισε να τον φιλάει, να περνάει εκείνη τη γλωσσίτσα σε όλο το μήκος και να τον ρουφάει ατελείωτα.

-    «Παναγή μου, είσαι πολύ άντρας! Θα δώσω συγχαρητήρια στη θεία για το αγόρι και το πράμα που έβγαλε!» μου είπε ενώ άρχισε να με παίζει τρελά με το χεράκι.

Εγώ της πέταξα το φανελάκι που φόραγε χωρίς σουτιέν, είχε προετοιμαστεί η αθεόφοβη, και της χάιδευα και ζούλαγα τα στηθάκια και τις ρωγίτσες της. Δεν άντεξα πάρα πολύ.. είχα χάσει και το χρόνο ως αίσθηση. Νομίζω ότι αν έχυσα προς Ιταλία, έπνιξα τη Σικελία εκείνη την ημέρα. Φρόντισε όταν έχυνα να μη λερωθεί παρά μόνο στα χεράκια της και μου έγλειψε όλα τα χύματα από το στήθος και την κοιλιά και με φίλησε στο στοματάκι μετά. Σηκωθήκαμε και πήγαμε αγκαλιά στο μπάνιο να καθαριστούμε. Ντύθηκα και βγήκαμε βολτίτσα. Ήταν η μοναδική ερωτική φάση που κάναμε μαζί εκείνο το καλοκαίρι. Είχε αγόρι στην Αθήνα μου είπε και δεν ήθελε να τον απατήσει..

Όμως το καλοκαίρι πέρασε και η Αναστασία έφυγε για την Αθήνα. Μετά το καλοκαίρι εγώ πέρασα στην Πάτρα για σπουδές. Τότε με τις κοπέλες μας ανταλλάσσαμε ακόμα γράμματα και η Αναστασία μου έγραφε.