Το ασχημόπαπο έγινε μουνάρα

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 5.00 (1 Vote)
Υπόθεση: Ο Νίκος Πηγαίνει φαντάρος κοντά στο σπίτι μιας θείας του κι αποφασίζει να την επισκεφτεί. Εκεί διαπιστώνει ότι η ξαδερφούλα του που από μικρή την φώναζαν ασχημόπαπο, έγινε μουνάρα. Μια μέρα που πήγαν μόνοι τους για μπάνιο, διαπίστωσε ότι τον καύλωναν πολύ τα σωματικά τη προσόντα και δεν άργησε να έρθει η στιγμή που και οι δύο δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τον πόθο τους…

Η ιστορία:

Η μαμά μου κατάγεται από την Εύβοια, ένα πολύ μικρό όμορφο χωριό παραθαλάσσιο, λίγο έξω από την Χαλκίδα. Εγώ από πολύ μικρός πήγαινα για καλοκαιρινές διακοπές εκεί και έμενα στο σπίτι της θείας μου, ξαδέρφης της μάνας μου. Η θεία μου έχει μια κόρη, τη Εύη, η οποία με συμπαθούσε πάρα πολύ και παίζαμε ατέλειωτες ώρες μαζί τα καλοκαίρια που πήγαινα.

Η Εύη είναι δυο χρόνια μικρότερη μου. Όταν ήταν μικρή την φωνάζαμε ασχημόπαπο. Ήταν ξανθούλα με μπλε μάτια αλλά μικρή ήταν άσχημη και έτσι την πειράζαμε και την λέγαμε ασχημόπαπο. Έτσι πέρασαν τα χρόνια κι εγώ σταμάτησα να πηγαίνω Χαλκίδα.

Είχα να πάω σχεδόν τέσσερα χρόνια να τους δω, ώσπου ήρθε ο καιρός να πάω φαντάρος. Με κάλεσαν στα ΛΟΚ και από εκεί πήγα πεζοναύτης και με λίγο μέσον που έβαλα, πήρα τη μετάθεση μου στη Χαλκίδα, μια και εκεί υπήρχε στρατόπεδο. Με την πρώτη έξοδο, αποφάσισα να πάω να δω τη θεία μου, αλλά και την ξαδέρφη μου τη Ευούλα, το ασχημόπαπο όπως την έλεγα μικρή. Είχα να την δω περίπου τέσσερα χρόνια. Αυτή θα ήταν τώρα δεκαεννιά χρονών περίπου και ήμουν αρκετά περίεργος να την δω μια και από μικροί ήμασταν αρκετά αγαπημένοι. Έτσι λοιπόν, πήρα την πρώτη μου έξοδο και ξεκίνησα για το σπίτι της θείας μου.

Έφτασα στο σπίτι, χτύπησα το κουδούνι και άνοιξε η θεία μου. Με καλωσόρισε και χάρηκε πολύ που με είδε. Η Ευούλα έλειπε, είχε βγει μια βόλτα με μια φίλη της όπως μου είπε η θεία μου αλλά δεν θα αργούσε να γυρίσει σπίτι. Καθίσαμε στην αυλή μιας και ήταν καλοκαίρι και έκανε αρκετή ζέστη. Η θεία μου, μου είπε ότι πήγαινε να ετοιμάσει κάτι για φαγητό και με άφησε μόνο μου στην αυλή να πιω το καφεδάκι που μου είχε κάνει. Εγώ κάπνισα κάνα δυο τσιγάρα βλέποντας το δρόμο και ξαφνικά βλέπω μια πολύ όμορφη ξανθούλα να ανεβαίνει το δρόμο.

Φορούσε μια τιραντέ μπλουζίτσα που τόνιζε πάρα πολύ το στήθος και μια λευκή μίνι φουστίτσα. Κάθισα πιο αναπαυτικά και περίμενα να περάσει από μπροστά μου, για να την θαυμάσω καλύτερα και με το μυαλό μου έκανα διάφορες σκέψεις (τι ωραίο μουνί είναι αυτό και όποιος το χαίρεται είναι πολύ τυχερός). Ξαφνικά, αντί να περάσει από το σπίτι, σταμάτησε και μπήκε μέσα. Καθώς ερχόταν προς το μέρος μου, άρχισε να μου χαμογελάει. Σκέφτηκα ότι θα ήταν καμιά φίλη της Ευούλας αλλά μόλις έφτασε κοντά μου με χαμογέλασε και με καλωσόρισε.

«Καλώς τον αγαπημένο μου ξάδερφο!», και μου σκάει δυο φιλάκια.

Εγώ έμεινα κάγκελο για μερικά δευτερόλεπτα και καταλαβαίνω ότι αυτή που καμάρωνα να έρχεται ήταν το ασχημόπαπο που είχε εξελιχθεί σε έναν πανέμορφο κύκνο. Αφού ξεπέρασα το πρώτο σοκ, κάθισε απέναντι μου να τα πούμε λιγάκι μια και είχαμε χρόνια να συναντηθούμε. Εμένα δεν ξεκολλούσαν τα μάτια μου από πάνω της. Έβλεπα τη μπλούζα της, το πολύ κοντό άσπρο μινάκι της, που με τις κινήσεις της φαινόταν και το κατάλευκο κιλοτάκι της και άθελα μου τα μάτια μου έπεφταν συνεχώς εκεί.

Αφού μιλήσαμε αρκετή ώρα και θυμηθήκαμε τα παλιά, το πως παίζαμε, το πως κοιμόμασταν μαζί πολλά βράδια και άλλα διάφορα, άρχισα να της κάνω διάφορα κομπλιμέντα για το πόσο άλλαξε και δεν μπόρεσα να την γνωρίσω με την πρώτη κι αυτή με ρώτησε:

-    «Προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο;»

-    «Φυσικά προς το καλύτερο!»

-    «Θυμάσαι που με φώναζες ασχημόπαπο;»

-    «Ναι…», της λέω.

-    «Αυτό με πείραζε αρκετά…», μου απαντάει.

-    «Τώρα θα σε φωνάζω Barbie γιατί έγινες πολύ όμορφη!»

Τότε μου χαμογέλασε και σηκώθηκε, με αγκάλιασε και μου σκάει άλλο ένα φιλάκι.

-    «Είσαι πολύ καλός!», μου λέει. «Γι’ αυτό και είσαι ο πιο αγαπημένος μου ξάδερφος».

Αλλά η ώρα είχε περάσει με την κουβέντα. Φάγαμε κι εγώ είπα ότι θα έπρεπε να γυρίσω στο στρατόπεδο. Η Ευούλα στεναχωρήθηκε.

-    «Μη, στεναχωριέσαι, θα έρθω πάλι και ότι θα έκανα τα χαρτιά για να έχω και διανυκτέρευση για να βγαίναμε και έξω…», της λέω.

Χάρηκε πολύ και μου είπε να μην το καθυστερήσω και πολύ. Εγώ την επόμενη μέρα κιόλας είχα έτοιμα τα χαρτιά μου και περίμενα την έξοδο. Την επομένη την πήρα τηλέφωνο και της λέω:

-    «Ξαδερφούλα, το βράδυ θα βγω από το στρατόπεδο. Αν θες να πάμε καμιά βολτούλα».

Χάρηκε πολύ και με περίμενε. Έτσι κι έγινε. Πήγα, την πήρα από το σπίτι, μιας και ήταν έτοιμη ντυμένη, και βγήκαμε έξω. Ήταν πολύ όμορφα ντυμένη και είχε κάνει πάρα πολύ καλό βάψιμο. Φορούσε ένα άσπρο παντελόνι διαφανές που φαινόταν το στρινγκ πολύ καθαρά και μια μπλούζα εξώπλατη χωρίς σουτιέν και σχηματίζονταν οι ρώγες της. Ήταν καταπληκτική και θάμπωνε τα πλήθη που την κοιτούσαν. Αφού φύγαμε από το σπίτι μου λέει:

-    «Ξαδερφάκι σήμερα θα σε κυκλοφορήσω εγώ!»

-    «Οκ!», της λέω.

Πήγαμε για καφέ, για φαγητό και μετά καταλήξαμε σε ένα μπαράκι. Ήπιαμε δυο ποτάκια και η Ευούλα άρχισε να χορεύει. Ανέβηκε και στο σκαμπό. Τότε γύρισα το βλέμμα μου στο μαγαζί και βλέπω όλο τον κόσμο να κοιτάει τη Ευούλα με πολύ θαυμασμό αλλά κι εγώ το ίδιο. Είχε περάσει όμως η ώρα και έπρεπε να πάμε σπίτι. Εγώ είχα διανυκτέρευση και θα κοιμόμουν εκεί. Φτάσαμε στο σπίτι και η θεία κοιμόταν με το θείο μου. Μπήκαμε σιγά - σιγά και βλέπω ότι μας είχαν στρώσει στο ίδιο δωμάτιο με τη Ευούλα όπως παλιά. Στον καναπέ εγώ και στο κρεβάτι της η Ευούλα, αλλά και να ήθελε αλλού δεν υπήρχε χώρος μιας και το σπίτι ήταν μικρό.

Μπήκαμε στο δωμάτιο, η Ευούλα πήρε μια νυχτικιά και πήγε στο μπάνιο να αλλάξει. Εγώ ψιλοντρεπόμουν λίγο να ξεντυθώ γιατί δεν είχα ούτε πιτζάμες. Γύρισε η Εύη από το μπάνιο και μου λέει:

-    «Άντε, δεν ξάπλωσες ακόμα;»

-    «Ναι, τώρα…», της λέω.

Έβγαλα την μπλούζα και το παντελόνι και έμεινα με το μποξεράκι, αλλά παρατήρησα ότι η Ευούλα με κοιτούσε από την κορυφή ως τα νύχια. Είχα κάτσει στο δικό της κρεβάτι και με χάζευε.

-    «Τι κοιτάς; Δεν με έχεις ξαναδεί γυμνό; Από μικροί μαζί ήμασταν!», της λέω.

-    «Ναι, τότε ήμασταν μικρά. Τώρα έχεις γίνει ένα καταπληκτικό αγόρι με πολύ ωραίο σώμα και αρκετά γυμνασμένο!»

-    «Όντως, κάνω αρκετή γυμναστική, αλλά κι εσύ δεν πας πίσω…»

Χαμογέλασε και ξαπλώσαμε στα κρεβάτια μας. Μιλήσαμε αρκετή ώρα εκείνο το βράδυ για διάφορα, αλλά εγώ έπρεπε να κοιμηθώ για λίγες ώρες γιατί έξι η ώρα θα έπρεπε να πάω στο στρατόπεδο. Την άλλη μέρα με παίρνει τηλέφωνο και με ρωτάει πότε θα ξανάβγαινα έξω γιατί η θεία μου μαζί με τον θείο μου θα πήγαιναν εκδρομή τριών ημερών από Παρασκευή μέχρι Κυριακή. Τότε της είπα ότι θα προσπαθούσα να πάρω μια άδεια για να της κάνω παρέα. Χάρηκε και μου είπε να πάρω οπωσδήποτε την άδεια.

Τότε κι εγώ παρακάλεσα τον Διοικητή της μονάδας μου να μου δώσει την πολυπόθητη άδεια και του εξήγησα για ποιο λόγο τη θέλω. Μου είπε ότι θα μου την δώσει την Παρασκευή. Χάρηκα πάρα πολύ. Πήρα τηλέφωνο τη Ευούλα και της το είπα. Χοροπηδούσε κι αυτή από τη χαρά της, που θα ήμασταν μαζί όλο το Σαββατοκύριακο. Ως εκείνη τη στιγμή, ποτέ δεν μου είχε περάσει από το μυαλό να δω την Ευούλα ερωτικά και πιστεύω πως και εκείνη το ίδιο, απλώς υπήρχε μια μεγάλη συμπάθεια σαν ξαδέρφια.

Λοιπόν, την Παρασκευή πήρα την άδεια μετά το μεσημεράκι και πήγα στο σπίτι. Οι θείοι μου είχαν φύγει από το πρωί και η Ευούλα ήταν μόνη της. Έφτασα στο σπίτι κατά τις τρεις και μισή. Η Ευούλα είχε ξαπλώσει μιας και με περίμενε πιο αργά. Εγώ ήξερα που έχουν το κλειδί και έτσι μπήκα μέσα και πηγαίνω στο δωμάτιο της Ευούλας να αφήσω τα πράγματα μου.

Μόλις πλησιάζω βλέπω τη Ευούλα να κοιμάται εντελώς γυμνή. Κοκάλωσα και έκανα πίσω αμέσως αλλά το καυλί μου τινάχτηκε στον ουρανό. Πήγα πάλι σιγά - σιγά στο δωμάτιο και άρχισα να παρατηρώ το θεϊκό κορμάκι της αγαπημένης μου ξαδερφούλας. Το στητό στήθος της ήταν σαν δυο πορτοκάλια με τέλεια ρώγα, κοιλίτσα πλάκα και το μουνάκι της ξανθό με πολύ λίγες τριχούλες. Καύλωσα υπερβολικά με αυτό που έβλεπα αλλά δεν μπορούσα να το γευτώ.

Πήγα στο μπάνιο και τράβηξα μαλακία. Έχυσα δυο φορές για την ξαδέρφη μου εκείνη τη στιγμή. Μετά πήγα πάλι στο δωμάτιο και ξάπλωσα στον καναπέ σιγά - σιγά για να μην την ξυπνήσω και με πήρε κι εμένα ο ύπνος, χαζεύοντας τη Ευούλα γυμνή. Σε κάποια στιγμή την άκουσα να βγάζει μια φωνή τρομαγμένη. Ξύπνησα κι εγώ και μου λέει:

-    «Τι κάνεις εσύ βρε;»

-    «Τέτοια ώρα μας άφησαν σήμερα, λίγο πιο νωρίς λόγω της άδειας και ήρθα, αλλά δεν ήθελα να σε ξυπνήσω…», της λέω.

-    «Και με είδες γυμνή;», μου λέει όλο ντροπή.

-    «Ε, από μικρή σε έβλεπα γυμνούλα…»

-    «Αλλά τώρα μεγαλώσαμε…», μου λέει.

-    «Δεν πειράζει…», της απαντάω εγώ. «Δεν έγινε και τίποτα…»

Τυλίχτηκε με το σεντόνι, πήγε στο μπάνιο κι έβαλε ένα φορεματάκι, κάναμε κι ένα φραπεδάκι και τότε μου πρότεινε να πάμε στο λιμανάκι που πηγαίναμε μικροί να κάνουμε καμιά βουτιά.

-    «Ωραία!», της λέω.

Βάλαμε τα μαγιό μας και φύγαμε σχεδόν αμέσως. Το λιμανάκι ήταν πολύ κοντά στο σπίτι και δεν πήγαινε σχεδόν κανένας εκεί. Έτσι στρώσαμε τις πετσέτες μας και καθίσαμε.

-    «Άντε!», μου λέει. «Δεν θα βουτήξουμε;»

-    «Φύγαμε!», της απαντάω εγώ και έτρεξε πρώτη να βουτήξει, ενώ εγώ ακολούθησα.

Άρχισε να με πειράζει και να με μουσκεύει.

-    «Δεν θα σε πιάσω;», της λέω. «Θα σε πνίξω ασχημόπαπο!»

Αυτή όλο και πιο πολύ με πείραζε, με βουτούσε στο νερό και η επαφή μας γινόταν όλο και πιο συχνή. Τότε το χέρι μου έπεσε στο στήθος της. Όντως ήταν σαν ένα ζουμερό πορτοκάλι που ήθελες να του ρουφήξεις όλο το ζουμί και όλο και κάτι επαφές είχαμε μες στο νερό. Ο πούτσος μου αναστατώθηκε πάλι πάρα πολύ. Αφού παίξαμε για αρκετή ώρα στο νερό η Ευούλα βγήκε και ξάπλωσε στην αμμουδιά. Εγώ περίμενα λιγάκι να χαλαρώσει ο πούτσος μου γιατί ήταν αδύνατον να βγω έξω εκείνη τη στιγμή με τον πούτσο όρθιο και σχεδόν το μισό έξω από το μαγιό.

Αφού χαλάρωσα βγήκα κι εγώ και πήγα κι έκατσα δίπλα της. Τότε μου ζήτησε να της βάλω αντηλιακό. Παρατήρησα, ότι δεν είχε σημάδια στο σώμα της από το μαγιό και τη ρώτησα γιατί. Μου απάντησε τότε, ότι όταν κάνει μπάνιο εδώ πέρα, κάνει γυμνή μιας και δεν πατάει κανένας. Τότε της πρότεινα να μη ντρέπεται από εμένα και να βγάλει το μαγιό, αλλά δίσταζε. Της είπα πως αφού έτσι κι αλλιώς την είδα γυμνή στο δωμάτιο, δεν υπήρχε λόγος να ντρέπεται και της τράβηξα το κορδονάκι από το μπικίνι και της το έβγαλα.

Ήταν γυρισμένη με την πλάτη στον ήλιο και έκανε με το μαγιό της ελαφρώς στρινγκ. Κάποια στιγμή κουράστηκε και θέλησε να γυρίσει, αλλά δίσταζε και μου ζήτησε το μαγιό της.

-    «Έλα, μη μασάς…», της λέω.

Γύρισε και τότε είδα τα βυζάκια της από πολύ κοντά και στο φως. Τρελάθηκα.

-    «Δεν θα μου βάλεις αντηλιακό;», μου λέει.

Εγώ άλλο που δεν ήθελα! Άρχισα να της αλείφω τα πόδια και σιγά - σιγά ανέβαινα προς τα πάνω με απαλές κινήσεις. Έβλεπα τη Ευούλα να το απολαμβάνει όλο και πιο πολύ ώσπου έφτασα στο στήθος της. Έβαλα αντηλιακό στις παλάμες μου και άρχισα να της αλείφω τα βυζάκια της. Ήταν πολύ όμορφη έτσι. Ήταν σκληρά και πολύ καυλωμένα. Οι ρώγες της είχαν πεταχτεί σαν κερασάκια. Εμένα ο πούτσος μου είχε πεταχτεί στον αφαλό αλλά δεν το είχα καταλάβει ότι φαινόταν και έξω από το μαγιό. Σε κάποια φάση, βλέπω τη Ευούλα να τον κοιτάει με θαυμασμό και να μου γελάει.

-    «Ξαδερφούλη, τι συνέβη εδώ; Σου σηκώθηκε με την ξαδερφούλα σου;»

-    «Ναι!», της απαντάω εγώ. «Είσαι πολύ όμορφη κι έχεις καταπληκτικό κορμί που κάθε άντρας θα το ονειρευόταν και θα ήθελε να σε χαϊδέψει όπως εγώ τώρα και να σε γευτεί…»

-    «Δηλαδή; Θέλεις κι εσύ να γευτείς το ασχημόπαπο όπως με φώναζες;»

-    «Ναι, πάρα πολύ!», της λέω.

Τότε άπλωσε το χέρι της και μου έπιασε τον πούτσο και άρχισε να μου τον χαϊδεύει πολύ απαλά. Κατέβασε το προσωπάκι της στον πούτσο μου και άρχισε να μου κάνει πίπα, ενώ εγώ την χάιδευα ασταμάτητα. Τότε κατέβασα και το μαγιό της και φάνηκαν οι πολύ όμορφες ξανθές τριχούλες της. Δεν έχασε την ευκαιρία και ανέβηκε αμέσως από πάνω μου και καρφώθηκε στον πούτσο μου με μεγάλη μανία. Εκείνη την ημέρα μου τον είχε δώσει στο χέρι τον πούτσο μου στην κυριολεξία.

Κάναμε πολλές φορές σεξ και μου εξομολογήθηκε ότι από μικρή μου είχε πολύ συμπάθεια και όσο μεγάλωνε, φανταζόταν να κάνει τρελό σεξ μαζί μου και πως έγινε πραγματικότητα το όνειρο της. Εγώ όμως δεν το φανταζόμουν ποτέ αυτό που συνέβαινε ανάμεσα μας.

Περάσαμε εννέα μήνες καταπληκτικά μαζί ώσπου και απολύθηκα. Μετά βρισκόμασταν σταδιακά δυο - τρεις φορές το χρόνο και κάναμε πολύ τρελό σεξ με πολύ πάθος. Τα χρόνια πέρασαν όμως κι εγώ όπως και το ασχημόπαπο παντρευτήκαμε. Η Ευούλα πήρε ένα πολύ καλό παιδί, τον Αργύρη, κι εγώ τη Στέλλα, αλλά ποτέ εδώ και δέκα χρόνια που έχουν περάσει από τότε, δεν μας έχει φύγει το πάθος και όταν βρισκόμαστε, δεν χάνουμε την ευκαιρία να περάσουμε κάποιες στιγμές μαζί όλο σεξ και πάθος.

Περιττό να σας πω, ότι το ασχημόπαπο έχει γίνει μια κουκλάρα στα 27 χρόνια και ποτέ δεν μου βγαίνει από το μυαλό μου, όπως και της Ευούλας που ανυπομονεί να βρεθούμε και να κάνουμε έρωτα, σαν δυο αγαπημένα ξαδερφάκια.

(Copyright protected OW ref: 15109)