Η δασκάλα γιαγιά (3ο μέρος)

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

 

Υπόθεση: Συνεχίζει να είναι μόνος στο σπίτι ο Γιώργος με την γιαγιά του και τώρα είναι αποφασισμένος να ζήσει καινούργιες εμπειρίες μαζί της χωρίς τον φόβο να τους πιάσει κανείς…

Η ιστορία:

Σάββατο

Με ξύπνησε το πρωί για το σχολείο σαν να μην είχε γίνει τίποτε. Είχε πάρει, πάλι, το ρόλο της ημέρας. Την παρατηρούσα όση ώρα παίρναμε πρωινό και αναρωτιόμουν: «Μα αυτό δεν είναι το κορμί που ‘ζύμωνα’ όλη τη νύχτα; Αυτές δεν είναι οι βυζάρες που περιέχυσα με σπέρμα ψες; Πώς αλλάζει έτσι ρόλο;».

Πήραμε πρωινό και έφυγα για το σχολείο. Εκεί δεν ξεκολλούσε από το μυαλό μου η χθεσινή εικόνα των ολόγυμνων βυζιών της και το περιχύσιμό τους. Παρά το τρομερό χύσιμο, άρχισα να καυλώνω πάλι. Έτσι, επέστρεψα ξαναμμένος στο σπίτι, το μεσημέρι. Την βρήκα να πλέκει. Πλύθηκα και έκατσα απέναντί της. Παρατηρούσα για ακόμα μια φορά τις φοβερές αναδεύσεις, αλλά σήμερα δεν προσπαθούσα, όπως μέχρι τώρα, να φανταστώ γυμνά τα μαστάρια της. Τα είχα δει ψες.

Μπορούσα τώρα πιο εύκολα να τα γδύσω με τα μάτια. Και όχι μόνο, αλλά να τα φανταστώ περιχυμένα και με τα χύσια μου. Καρφωμένος στα βυζιά της, σήκωσα, κάποια στιγμή, τα μάτια στο βλέμμα της. Είχαν, σήμερα, εκείνη τη σκοτεινιά της καύλας. Και δεν έχυσε ψες, αλλά και οι εικόνες ήταν πολύ καυτές. Και φαινόταν ότι λειτούργησαν με τον ίδιο τρόπο και στην ίδια. Σταμάτησε, ύστερα από λίγο, το πλεκτό και ανατίναξε τα χέρια της με το βλέμμα στα μάτια μου, που ρουφούσαν τις ‘αναταράξεις’.

-    «Να βάλω τραπέζι;», είπε.

Φάγαμε σιωπηλοί. Η ίδια κατάφερνε να κρατά το ρόλο της ημέρας. Μετά το φαγητό, ακολούθησε το πλύσιμο των πιάτων. Λάγνες σήμερα οι κινήσεις, πολύ ερωτικές. Και κάποια στιγμή, ξέροντας τι συμβαίνει, γυρίζει το κεφάλι της και με καρφώνει στα μάτια. Μαχαιριά. Ξαναγυρίζει και συνεχίζει, μέχρι που τελείωσε. Στο στέγνωμα των χεριών με την πετσέτα, με σηκωμένα τα χέρια, με πλησίασε τόσο κοντά που οι βυζάρες της ακούμπησαν, σχεδόν, στο πρόσωπό μου. Έκατσε στη συνέχεια στον καναπέ για να συνεχίσει το πλέξιμο. Καθόμουν αποχαυνωμένος απέναντί της και απολάμβανα την κορμάρα της. Κατά διαστήματα διασταυρώνονταν θανατηφόρα τα βλέμματά μας.

-    «Αύριο γυρίζουν οι ταξιδιώτες…», είπε κάποια στιγμή και το βλέμμα της ήταν γεμάτο σκοτεινιά.

-    «Ναι…», είπα κι εγώ, αμήχανα, στενάχωρα, θυμωμένα.

Δεν βγήκα καθόλου από το σπίτι, εκείνο το απόγευμα. Ήθελα να ρουφήξω και το τελευταίο λεπτό απ’ το διάστημα που θα είμαστε μόνοι. Ήρθαν και με φώναξαν τα παιδιά να παίξουμε.

-    «Έχω διάβασμα…», τους αρνήθηκα.

Κάποια στιγμή ακούστηκε στην αυλή η φωνή ενός γείτονα. Σηκώθηκε η γιαγιά (τραντάχτηκαν οι βυζάρες της) και άνοιξε την πόρτα. Ήθελε κάποιο εργαλείο.

-    «Λείπουν οι δικοί μου. Να δω που είναι στην αποθήκη…», απάντησε.

Έβαλε τις παντόφλες της και κατευθύνθηκε προς την αποθήκη. Πίσω ο γείτονας και ακολουθούσα εγώ. Τον έβλεπα πως έτρωγε με τα μάτια το θεϊκό κορμί της. Μέση, πόδια πλάτη. Και ‘ρουφούσε’, κυριολεκτικά, τις βυζάρες της. Και την ώρα που έσκυψε να ψάξει, ανάμεσα σε άλλα εργαλεία, αυτό που της ζήτησε και κρέμασαν - ταρακουνήθηκαν θανατηφόρα οι βυζάρες της, πετάχτηκαν τα μάτια του. Πήρε το εργαλείο και απομακρύνθηκε, κλέβοντας μέχρι την τελευταία στιγμή, αχόρταγα, εικόνες από το κορμί της.

Γυρίσαμε στο σπίτι. Αισθανόμουν κάτι σαν θυμό. Κάθισε η γιαγιά στον καναπέ, πήρε το πλεχτό, τίναξε τα χέρια, ‘τραντάχτηκαν’ οι βυζάρες της. Με τη σκέψη στο άπληστο βλέμμα του γείτονα, σκέφτηκα πόσο τυχερός είμαι να μπορώ να απολαμβάνω με τις ώρες το φοβερό θέαμα, που άλλοι εφευρίσκουν δικαιολογίες για να κλέψουν κάποιες στιγμές. Κόλλησα άπληστα τα μάτια μου πάνω της. Με ένα φοβερό βλέμμα, μου έδειξε πως διάβασε τη σκέψη μου και μου πρόσφερε στη συνέχεια πιο ηδονικές τις κινήσεις της, πιο καυτές τις εικόνες της, πιο ερωτικούς τους αναστεναγμούς της.

Πέρασαν δύσκολα, μέσα σε φοβερό ηλεκτρισμό, οι ώρες μέχρι να σουρουπώσει. Τότε αφήνει το πλεχτό, τινάζει τα χέρια της, τινάζονται τα βυζιά της και λέει:

-    «Θα πάω να λουστώ, λερώθηκα χτες».

Και στην τελευταία λέξη με καρφώνει στα μάτια.. Με διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα. Σε δυο μέρες, ξανά λούσιμο; Έμεινα να σκέφτομαι τη μαχαιριά: λερώθηκα χτες. Και ήθελε να είναι, πάλι, καθαρή απόψε. Είχε πάρει στο μεταξύ τα ρούχα της (πάνω- πάνω, πάλι, η σουτιενάρα, σαν τρόπαιο) και με ένα τελευταίο βλέμμα έφυγε για το μπάνιο. Δεν την πήρα από πίσω, σαν προχτές. Δεν είχε νόημα και ήταν πολύ επικίνδυνο να με δει κανείς. Εξάλλου, σε λίγο θα την είχα καθαρή, μοσχομυριστή κοντά μου.

Πράγματι σε λίγη ώρα ήλθε. Πρώτα η μυρωδιά της και μετά η ίδια. Ξαναμμένη, φρεσκολουσμένη, πεντακάθαρη. Έκατσε στον καναπέ και έλυσε τα μαλλιά της. Τρελάθηκα. Της έριχνα αχόρταγες ματιές στο όμορφο πρόσωπο, τον ερωτικό λαιμό και φανταζόμουν πιο κάτω γυμνά τα μοναδικά δώρα της φύσης. Σκουπίστηκε με τρανταχτές κινήσεις, στέγνωσε τα μαλλιά της.

Σε λίγη ώρα έστρωσε βραδινό και φάγαμε σιωπηλοί. Σήκωσε τα μαλλιά της κότσο και άρχισε το πλύσιμο των πιάτων. Την χάζευα υπνωτισμένος, φρεσκολουσμένη, μοσχομυριστή, ποθητή, να λικνίζεται ηδονικά μπροστά μου. Ο θηλυκός λαιμός, η δυνατή πλάτη, η καυτή μέση, τα όμορφα πόδια. Και πιο καυτές απ’ όλες οι εικόνες από τις υπερφυσικές βυζάρες, που περίσσευαν δεξιά και αριστερά της. Πιο πολύ αισθησιακός χορός ήταν αυτό, παρά πλύσιμο των πιάτων. Και εκεί στην αποκορύφωση, πριν το ‘στέγνωμα’ των χεριών, χτυπάει η πόρτα και μπαίνει μέσα η θεία μου.

-    «Τι κάνετε;»

-    «Καλά…», της απαντά η γιαγιά. «Μόλις φάγαμε. Λούστηκα πιο μπροστά. Είχα καθαρίσει μέσα στις αποθήκες και πνίχτηκα στη σκόνη και τη βρώμα».

-    «Καλά έκανες. Κι εγώ θέλω να καθαρίσω».

Σε λίγο, απευθυνόμενη σε μένα:

-    «Θα καθίσω λίγο να τα πούμε με τη γιαγιά. Πέρνα στο δωμάτιο, αν έχεις διάβασμα».

Η γιαγιά συγκατένευσε αναγκαστικά και πέρασα στο δωμάτιό μας. Πάνω στη μεγαλύτερη έξαψη, βρέθηκα στο δωμάτιό μας. Άκουγα από δίπλα τη φωνή της, μύριζα την ευωδιά της, σκεφτόμουν το ψέμα της για το λούσιμο, μα πιο πολύ στο φωτισμένο δωμάτιο πυρπολήθηκα, βλέποντας το κρεβάτι και φέρνοντας στο μυαλό μου όσα διαδραματίστηκαν σ’ αυτό τις δυο τελευταίες νύχτες. Πετάγονταν κολασμένες μπροστά μου οι εικόνες. Η καύλα στο φουλ, ανυπόφορη.

Δεν άντεξα. Έβαλα το χέρι μέσα στην πιτζάμα μου και έπαιζα τον πούτσο μου. Δεν πέρασε, ευτυχώς, πολλή ώρα και ακούστηκε η θεία να φεύγει. Αμέσως, ανοίγει την πόρτα και με καλεί:

-    «Έλα να διαβάσεις δίπλα μου…», και αμέσως: «Τι έχεις; Είσαι κατακόκκινος!»

Κάρφωσε τα μάτια της στον πούτσο μου, πήρε την εξήγηση και μου απηύθυνε ξανά το κάλεσμα:

-    «Έλα…»

Πήγα υπνωτισμένος κοντά της. Έπιασε το πλέξιμο κι εγώ το μπανιστήρι. Πέρασε δύσκολα κάμποση ώρα. Και ενώ ήταν ακόμα νωρίς για ύπνο, σταμάτησε κάποια στιγμή το πλέξιμο και με το σκοτεινό της βλέμμα καρφωμένο στα μάτια μου, με κεραυνοβολεί:

-    «Να κοιμηθούμε; Κουράστηκα στις αποθήκες…»

-    «Ναι!», της είπα αποχαυνωμένος.

Παράτησε το πλέξιμο.

-    «Πήγαινενε ξάπλωσε στο κρεβάτι μας (κρεβάτι μας κι απόψε) και έρχομαι…»

Σηκώθηκα υπνωτισμένος και πήγα στο μπάνιο. Γύρισα και ξάπλωσα στο κρεβάτι. Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει. Ακούγεται το κλείδωμα της πόρτας- αντήχησε σαν έναρξη της ακολασίας, έσβησε το φως και νιώθω στην κουζίνα το φοβερό γδύσιμο. Σε λίγο ξεπροβάλλει στο μισοσκόταδο η γυναικάρα, ίδια η αμαρτία. Τρέμω από καύλα. Την βλέπω, τότε, να κατευθύνεται σε μια ασυνήθιστη κατεύθυνση… Προς το διακόπτη των φώτων. Απορώ.

Σε λίγο ένα αμυδρό φως γέμισε το δωμάτιο. Έβαλε στην πρίζα ένα φωτάκι νυκτός. Γυρίζει και κατευθύνεται στο παράθυρο. Ανοίγει. Απλώνει το χέρι, τεντώνεται και κλείνει το παντζούρι. Ταράχτηκαν τα βυζιά της, στην προσπάθεια. Δεν πρόλαβε να γυρίσει προς το μέρος μου. Το τράνταγμα των βυζιών της, ο σκηνοθετημένος φωτισμός και η πρωτόγνωρη ατμόσφαιρα που σκόρπισε το φωτάκι, με τίναξαν επάνω σαν ελατήριο. Όρμησα πάνω της και την αγκάλιασα. Βόγκηξε ρίχνοντας πίσω το κεφάλι της. Τα τεράστια μπαλόνια φούσκωσαν, στο στήθος μου, με εμποδίζουν να την κυκλώσω. Νιώθω τις ρώγες της στο κορμί μου. Χαϊδεύω και χουφτώνω αχόρταγα τα βυζιά της. Βογκάει, λαχανιάζει, σπαρταρά από καύλα.

Η σκέψη για την σκηνοθεσία του φωτισμού με έχει τρελάνει και το καινούργιο φως μου χαρίζει πρωτόγνωρες εικόνες. ‘Παλεύουμε’ έτσι, τρελοί από καύλα, δεν ξέρω πόση ώρα. Μόλις ξεκόλλησα κάπως από πάνω της, με πιάνει από τους ώμους και πίσω - πίσω με οδηγεί και με καθίζει στη άκρη του κρεβατιού. Πιέζει τους ώμους μου, σαν να λέει κάθισε εδώ και περίμενε. Κάνει πίσω, ένα δυο μέτρα, και όπως κοιτάζω αποχαυνωμένος, αρχίζει να ξεκουμπώνεται. Τι γυναίκα θεέ μου! Τότε παρατηρώ, στο αρκετό αποψινό φως, πως δεν φορά κάποια από τις νυχτικιές της με τα τέσσερα - πέντε κουμπιά απ’ το λαιμό ως την κοιλιά της. Απόψε φοράει μια ρόμπα (ή κάτι τέτοιο), με κουμπιά από πάνω ως κάτω. Με τρελαίνει παρά πέρα, αυτή η σκηνοθεσία.

Αρχίζει τότε να ξεκουμπώνεται από το λαιμό. Ένα - ένα κουμπί . Τρέμω. Και η ίδια είναι αλλού. Έχει σηκωμένα τα μαλλιά της, όπως στο πλύσιμο των πιάτων και ανασηκώνει κατά διαστήματα το θηλυκό λαιμό της. Οι βυζάρες της τσιτώνουν το ύφασμα. Μετά δυο - τρία κουμπιά άρχισαν να φέγγουν, στο αρκετό φως, τα υπερφυσικά δώρα της. Μόλις ξεκούμπωσε τα κουμπιά μέχρι την κοιλιά, πετάει, με μια λάγνα κίνηση, έξω τα μπαλόνια της. Φέρνει τα χέρια της στις άκρες των ασκών της. ‘Ζυγιάζει’ απαλά το τεράστιο βάρος τους. Ακουμπά στη συνέχεια τις ρώγες της. Της ξεφεύγει ένα μουγκρητό από καύλα. Τα δάχτυλά της κάνουν κύκλους στις μεγάλες καφετιές θηλές.

Είναι αλλού. Παραμιλά. Έβλεπα, κάθε βράδυ που πρόβαλε η αμαρτωλή σιλουέτα της στο μισοσκόταδο, αυτούς τους τεράστιους ασκούς να κρέμονται, ελευθερωμένοι από το σουτιέν, να σπαρταρούν μέσα στην νυχτικιά και τις ρώγες να τρυπούν το ύφασμα, σηματοδοτώντας τη θέση τους. Έλιωνα και προσπαθούσα να τους φαντασθώ γυμνούς, ελεύθερους. Πως θα φαινόταν γυμνή και όρθια. Και απόψε έχω, φωτισμένο, ακριβώς αυτό το πορνοθέαμα μπροστά μου. Και είναι πέρα από κάθε φαντασία..

Σκύβει απαλά. Κρεμούν ακόμα πιο πολύ οι βυζάρες της. Ξεκουμπώνει όλα τα κουμπιά ως κάτω. Σηκώνεται και ανοίγει τη ρόμπα της. Μένω άφωνος. Θεέ μου! Τι πλάσμα είναι αυτό; Τι γυναίκα! Τι θαύμα της φύσης! Είμαι αποσβολωμένος. Τα τεράστια μαστάρια, θεόγυμνα στο αμυδρό φως. Βαριά, ασήκωτα, πρησμένα από καύλα. Με τους μεγάλους καφετί κύκλους και τις ρώγες πρησμένες. Και εκεί που είμαι έτοιμος να πεταχτώ όρθιος, έρχεται και ακουμπά τις άκρες των ασκών στο πρόσωπό μου. Ζαλίζομαι από ηδονή. Πριν πάρω αναπνοή, βάζει μια ρώγα στο στόμα μου. Και εκεί που πάει να σταματήσει η καρδιά μου, σκύβει στο αφτί για να μου δώσει, χαμηλόφωνα, την τελική μαχαιριά.

-    «Έβαλα το φωτάκι για να βλέπεις, καθαρά, πόσο τυχερός είσαι…»

Τρελάθηκα.

-    «Να δεις τι σου δίνω. Να δεις τι μπορείς και βλέπεις θεόγυμνα…»

Μουγκρίζει. Όταν άλλοι ψάχνουν δικαιολογίες για να τα δουν, ντυμένα, δυο λεπτά. Με χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. «Μουνάρα! Ξέρεις τη φοβερή δύναμη του κορμιού σου, ξέρεις γιατί ήλθε το απόγευμα ο άλλος…», σκέφτηκα. Φτιαχτήκαμε πιο πολύ από τη σκέψη αυτή, που κάναμε ταυτόχρονα. Άρχισε να με πνίγει πιο βίαια με τις βυζάρες της, να δίνει παθιασμένα βυζοσκάμπιλα, να μπουκώνει το στόμα μου. Και συνέχισε, παραμιλώντας από καύλα, πνιχτά:

-    «Να δεις τι απολαμβάνεις. Να δεις με τι σε ταΐζω. Να δεις τι γαμάς…»

Αυτό ήταν. Μόλις της έφυγε, βραχνά, η τελευταία φράση, απελευθέρωσα το πρόσωπο από τα βουνά που κρέμονταν μπροστά μου και πετάχτηκα όρθιος. Κάνει δυο βήματα πίσω. Στέκεται. Είναι σαν να έχω ζωντανή την αμαρτία μπροστά μου και με καλεί. Χιμώ σαν τρελός πάνω της. ‘Σκοντάφτω’, πάνω στα μπαλόνια και περνώ μέσα από την ξεκούμπωτη ρόμπα τα χέρια γύρω από τη γυμνή μέση της. Θεέ μου τι αίσθηση. Πρώτη φορά την αγκάλιαζα όρθια και γυμνή.

Την σφίγγω δυνατά. Χώνω το πρόσωπο ψηλά στην αρχή της βυζοχαράδρας της. Τινάζει το λαιμό πίσω. Φουσκώνουν τα φοβερά μαστάρια της. Της αρπάζω, με το στόμα, το λαιμό. Βογκά, παραμιλά τρέμει από καύλα. Παλεύουμε έτσι για ώρα. Τρελαίνομαι. Σε μια στιγμή, όπως είμαι πνιγμένος στις βυζάρες της, τρελή η ίδια από καύλα, πιάνει σφιχτά, από τα μαλλιά, το κεφάλι μου και ακουμπά το πρόσωπό μου στο μουνί της.

-    «Μοσχομυρίζει;», ρωτάει. «Για σένα ξαναλούστηκα σήμερα».

Παίρνω μερικές ρουφηξιές από την υπέροχη μυρωδιά της και μου ξανασηκώνει το κεφάλι και χώνει, πάλι, μια ρώγα στο στόμα μου. Ζαλίζομαι από καύλα. Περνούν ακόμα κάποια λεπτά πάλης. Τότε με σπρώχνει πίσω και με ξαπλώνει ανάσκελα στο κρεβάτι.

-    «Περίμενε…», ψυθιρίζει.

Κάνει ένα δυο βήματα πάλι πίσω και στέκεται όρθια. Τινάζει ψηλά το λαιμό της. Με δυο κινήσεις βγάζει τελείως τη ρόμπα της και μένει, στέκεται εκεί, ολόγυμνη μπροστά μου. Θεέ μου! Τι πλάσμα είναι αυτό! Τι θεϊκό κορμί! Με δύο αμαρτωλούς ασκούς να κρέμονται ελεύθεροι, υπερφυσικοί, ασήκωτοι, γεμάτοι, προκλητικοί, πρησμένοι μπροστά του. Την ώρα που αισθάνομαι την καρδιά μου έτοιμη να σπάσει, μου περνάει αστραπιαία η σκέψη: «Να γιατί πρόδωσε τον παππού, νέο πολύ, η καρδιά του».

Και τώρα που γράφω, μεγάλος πια, έχοντας ζήσει τόσα και έχοντας δει πολύ περισσότερα στο διαδίκτυο, δεν είδα ακόμα τέτοιο θανατηφόρο κορμί, τέτοιο μοναδικό συνδυασμό καυτού κορμιού και βυζιών. Κανονικό, δυνατό κορμί με καυτά ‘κοψίματα’ παντού και δύο τεράστια, υπερφυσικά βυζιά μπροστά του. Τεράστια, αλλά γεμάτα. Πολλή, αλλά σφιχτή, ζουμερή σάρκα και ένα σχήμα κολασμένο. Σκέφτομαι, ποια σπάνια γονίδια συνωμότησαν για να δώσουν, σε ένα μικρό, ξεχασμένο χωριό, ένα τόσο σπάνιο φαινόμενο της φύσης, μια τόσο δυσεύρετη, ανά τον κόσμο, πορνοστάρ;

Παρακολουθώ άφωνος το μοναδικό θέαμα. Πλησιάζει τότε, με σταθερά βήματα, στο κρεβάτι. Ταρακουνιούνται οι βυζάρες της. Ανεβαίνει στο κρεβάτι, σηκώνει την μια ποδάρα της και βρίσκεται καβάλα πάνω μου. Κόλαση. Ταιριάζεται. Ταρακουνιούνται μπροστά μου και πνίγομαι, από τα θανατηφόρα μαστάρια της. Ανασηκώνεται λίγο, αρπάζει και χώνει στο μουνί την τρελαμένη πουτσάρα μου. Θυμάμαι, σαν τώρα, την αίσθηση. Καυτό, πνιγμένο στα υγρά, που μάζευε επί ώρες σήμερα. Βυθίζεται μέχρι τέρμα στο κοντάρι μου. Βογκά, μουγκρίζει από καύλα. Μένει ακίνητη με όλο τον πούτσο μέσα της.

Σε λίγο, ρίχνει στα μούτρα μου τα βυζιά της. Πιάνει τον ένα μαστό και μπουκώνει με τη ρώγα το στόμα μου. Είμαι αλλού, ζαλισμένος από καύλα. Αλλάζει μαστό. Ανασηκώνεται στη συνέχεια, μπουκώνει το βλέμμα μου με τα μαστάρια και αρχίζει αργές πάνω - κάτω κινήσεις και πρόστυχα βιδώματα, μόλις τερμάτιζε, πάνω στον πούτσο μου. Παραμιλούσε από καύλα. Κι εγώ τρελός, αλλοπαρμένος. Της ξεφεύγουν πνιχτές κραυγές:

-    «Πουτσαρά μου! Γάμα με, γάμα με. Με τρέλανες! Με τρέλανες. Με τρέλανες την πουτάνα!»

Τρελαίνομαι. Είναι πρώτη φορά που ακούγονται λόγια στο γαμήσι μας. Και τι λόγια. Και τότε συγκλονίζεται ολόκληρη. Ταράζεται σύγκορμη. Αμέσως, σχεδόν, ξεπηδά καυτός ο σπόρος από τον πούτσο μου. Μένουμε εκεί, για ώρα, να απορροφούμε τους σπασμούς μας.  Ξεκαβαλικεύει, ντύνεται και πέφτουμε σε βαθύ, λυτρωτικό ύπνο.

Θα είχαν περάσει αρκετές ώρες όταν ανοίγω τα μάτια μου. Νιώθω χαλαρωμένος, ήρεμος, ξεκούραστος. Το φως στο δωμάτιο, μου ξυπνά, γρήγορα, τις βραδινές εικόνες. Καυτές, αμαρτωλές. Καθώς τις φέρνω, με τη σειρά, στο μυαλό μου, αρχίζω, πάλι, να ερεθίζομαι. Είναι το τελευταίο βράδυ. Κοιτάζω δίπλα μου. Κοιμάται ήσυχα. Ήρεμο το όμορφο πρόσωπό της. Παρατηρώ τον λαιμό και μέχρι εκεί που αποκαλύπτουν τα δυο ξεκούμπωτα κουμπιά. Όμορφη, ποθητή. Παραμερίζω την κουβέρτα και θαυμάζω το φοβερό κορμί μέσα στην προκλητική ρόμπα, με τη συνεχή σειρά των κουμπιών ως κάτω.

Ξυπνά πάλι η καύλα μου, σηκώνεται ο πούτσος μου. Πιάνω και ξεκουμπώνω το πρώτο κουμπί. Αρχίζει η βυζοχαράδρα. Στο επόμενο, αποκαλύπτονται σιγά - σιγά οι βυζάρες. Σε άλλα ένα - δύο κουμπιά γυμνώνονται τελείως. Μένω να τα χαζεύω άφωνος στο ερωτικό φως που σκορπά το φωτάκι. Πολύ μεγάλα, σφιχτά όμως, ζουμερά. Με τους μεγάλους κύκλους γύρω από τις ρωγάρες. Ανάβω. Δεν αντέχω. Σκύβω και παίρνω απαλά τη μια ρώγα στο στόμα μου. Τότε την νιώθω να αναδεύεται απαλά και να ξυπνά. Την αισθάνομαι να συνειδητοποιεί τι γίνεται και να παρακολουθεί. Ξεκολλώ από το βυζί της και σηκώνω το κεφάλι μου. Την κοιτάζω στο πρόσωπο. Δεν μιλούμε. Μετά μερικές στιγμές:

-    «Δεν χόρτασες;»

-    «Όχι…», μουρμούρισα και έσκυψα στο άλλο βυζί.

Με άφησε να γλείφω. Σε λίγο έφερε τα χέρια και αγκάλιασε τα μαστάρια της. Άρχισε να μου τα ‘ταΐζει’ στο στόμα. Αφού ‘βύζαξα’ αρκετά, σήκωσα το πρόσωπό μου και ξαναδιασταυρώσαμε τα βλέμματά μας. Έφαγα στη συνέχεια με τα μάτια από πάνω ως κάτω στο κορμί της. Γυμνό ως τη μέση. Τότε έφερε τα χέρια της στη ρόμπα και άρχισε να ξεκουμπώνει ηδονικά τα υπόλοιπα κουμπιά της. Για να φτάσει τα τελευταία, την τράβηξε πάνω και φάνηκαν προκλητικά, ως πάνω, τα πόδια της. Την ξεκούμπωσε, την άνοιξε και τεντώθηκε πάλι ανάσκελα, ανοίγοντας λίγο τα πόδια της.

Τι γυναίκα θεέ μου! Βυζάρες, ηδονική μέση, τριχωτό, φουντωτό, αφράτο μουνί, μπουτάρες και κομψές, δυνατές γάμπες. Όλα φωτισμένα. Έμεινα να χαζεύω. Τραβάει και κατεβάζει την κάτω πιτζάμα μου. Πιάνει, χαϊδεύει, ζυγιάζει με το φοβερό χέρι, για λίγο, τον πούτσο μου. Με πιάνει στη συνέχεια από τα πλευρά και με οδηγεί πάνω της. Με ταιριάζει ανάμεσα στα πόδια της, πάνω στο τριχωτό μουνί της. Κολλάω στο κορμί της. Ηδονή. Χαϊδεύω το κορμί. Γλείφω, δαγκώνω αχόρταγα τις βυζάρες της. Αναστενάζει ηδονικά. Φιλώ τον λαιμό της. Ανατριχιάζει.

Αφού παλεύω αρκετή ώρα με το κορμί της, κατεβάζει το χέρι και μου πιάνει τον πούτσο. Ταιριάζεται και τον χώνει στο μουνί της. Απόλαυση. Ζεστό, αφράτο. Είναι ακόμα εκεί τα βραδινά μου χύσια. Αρχίζω να την ‘σκάβω’ αργά. Σε λίγο, τη νιώθω να ανταποκρίνεται και αρχίζω να ‘χτυπώ’ τον πούτσο με δύναμη. Τη γαμώ βαθιά, τέρμα στο μουνί της. Δείχνει να της αρέσει πολύ αυτή η στάση. Μουγκρίζει ηδονικά. Με έχει τυλιγμένο με τα φοβερά χέρια της. Τη γαμώ κι αυτή απαντά με την ίδια ένταση. Συνεχίζουμε, σχεδόν, από εκεί που είχαμε φτάσει το βράδυ.

Το φωτάκι που καίει γεμίζει το μυαλό μου με τις βραδινές εικόνες. Μου μπαίνουν καινούργιες, αμαρτωλές σκέψεις. Ανάβω. Τραβιέμαι από μέσα της. Αναστενάζει. Πλησιάζω στο αφτί της.

-    «Θέλω να σε πάρω μάτι απ’ το κρεβάτι μου…», της ψιθυρίζω.

Πριν απαντήσει, περνώ από πάνω της και πάω και ξαπλώνω στο κρεβάτι μου. Ξαπλώνω και την έχω, όπως κάθε βράδυ, απέναντί μου. Είχε ήδη μισοτραβήξει πάνω τη ρόμπα της. Με τρελαίνει η μισόγυμνη εικόνα της. Γυμνός από τη μέση και κάτω, αρχίζω να παίζω τον τρελαμένο πούτσο μου. Αρχίζει να αναστενάζει. Παραμερίζει τη ρόμπα και ακουμπά το μουνί της. Χαϊδευόμαστε. Με ένα νόημα της δείχνω να πάρει την γνωστή, τα βράδια, στάση της. Καταλαβαίνει, αμέσως, και γυρνά προς το μέρος μου. Παίρνει τη στάση που με έχει πυρπολήσει αμέτρητα βράδια.

Απόψε όμως είμαστε οι δυο μας και κάνουμε, χωρίς φόβο, ότι θέλουμε. Μπορώ να την παίρνω μάτι και να χαϊδεύω την ψωλάρα μου. Κι αυτή τα ίδια. Την νιώθω να ‘τρώει’ με τα μάτια τον πούτσο μου. Βογκάει. Ανοίγει την νυχτικιά και αποκαλύπτει τα κρεμασμένα, βαριά μαστάρια της. Απόψε, όμως, μπορεί και παραμερίζει τη ρόμπα, αποκαλύπτει ολόκληρο το θεϊκό κορμί της. Μου προσφέρει ολόγυμνη, ‘σπασμένη’ την καυτή μέση της, γυμνές τις ερωτικές της λαγόνες. Τρελαίνομαι.

Φέρνω, καπέλο, πάνω στον τσιτωμένο πούτσο μου τεντωμένη την παλάμη μου, ίσα που τον ακουμπώ. Τον κάνω μερικές απαλές κυκλικές κινήσεις. Παίρνω, μετά, εντελώς το χέρι μου και τον αφήνω να σημαδεύει, μόνος του, το ταβάνι. Βογκά. Της ξεφεύγει πνιχτά το παραμίλημα:

-    «Τι ψωλάρα είναι αυτή!»

Πετάχτηκα πάνω. Κατευθύνομαι στη γνωστή διαδρομή, όχι, όμως, όπως πάντα συρτά, με κίνδυνο. Απόψε ανταποκρίνομαι στο κάλεσμα των βυζιών της όρθιος, με τον πούτσο μπροστά να σημαδεύει μόνος του το ταβάνι. Την πλησιάζω και νιώθω τη λαχτάρα της, καθώς ρουφά με τα μάτια την ψωλάρα μου. Απλώνει το χέρι και χουφτώνει την ατσαλωμένη πούτσα μου. Τον χαϊδεύει η μεγάλη μαστόρισσα. Γονατίζω και παίρνω, όπως τα βράδια, στο στόμα τις ρωγάρες της.

Μπορώ απόψε και χαϊδεύω, συγχρόνως, τα χέρια της, την γυμνή μέση της. Τυλίγω με τα χέρια μου το λαιμό της. Ρουφώ τις βυζάρες φωτισμένες από το αμυδρό φως. Την αισθάνομαι να ριγιάζει, από τις νέες εμπειρίες. Βογκά.. Είναι το τελευταίο μας βράδυ. Τρυπούν το μυαλό μου οι εικόνες, με τυλίγουν σαν φλόγες οι σκέψεις. Σκύβω τότε και της ψιθυρίζω στο αφτί.

-    «Θέλω να πλύνεις λίγα πιάτα…»

Αναστέναξε ηδονικά και αμέσως κατέβασε τα πόδια από το κρεβάτι και σηκώθηκε. Θεέ μου! Τι αναδεύσεις! Κατευθύνεται, γενναιόδωρα, στην κουζίνα. Με τα βυζιά να προεξέχουν, γυμνά, μπροστά. Τη συνοδεύω, δίπλα της, με τον πούτσο σηκωμένο μπροστά. Η ανοιχτή πόρτα αφήνει να περνά αρκετό από το φως που σκορπά το φωτάκι. Απόψε πρέπει να προλάβουμε, όσα μπορέσουμε περισσότερα.. Όσα, ίσως, δεν μας ξαναδοθεί η ευκαιρία να ζήσουμε. Κουμπώνει δυο κουμπιά στη μέση που τονίζουν πιο πολύ το αμαρτωλό κορμί της. Παίρνει θέση στο νεροχύτη, παίρνω θέση στον καναπέ πίσω της. Κατεβάζει δυο καθαρά πιάτα από το ντουλάπι, ανοίγει λίγο τη βρύση και αρχίζει το ‘πλύσιμο’. Αργά, λάγνα.

Τα βυζιά γυμνά, ελεύθερα πάνω από τα κουμπωμένα κουμπιά, να κολάζουν καθώς περισσεύουν από την καυτή μέση της. Την τρώω με τα μάτια και παίζω τον τρελαμένο πούτσο μου, γυμνός από τη μέση και κάτω. Γυρίζει κάποια στιγμή. Κολλάει με την εικόνα. Δεν μπορεί να ξεκολλήσει τα μάτια από την ψωλάρα μου. Ξαναγυρίζει μπροστά. Δυσκολεύομαι να πιστέψω αυτά που μπορώ και ζω απόψε. Οι σκέψεις τρυπούν το μυαλό μου. Ας ζήσουμε μέχρι τέλους, ότι προλάβουμε.

-    «Βγάλε τη ρόμπα…», της μουγκρίζω βραχνά.

Αφήνει το πιάτο. Η βρύση τρέχει. Φέρνει τα χέρια και ξεκουμπώνει τα δυο κουμπιά στη μέση. Με δυο λάγνες κινήσεις, απελευθερώνει από τους ώμους τη ρόμπα και την αφήνει να γλιστρήσει, αργά, στο πάτωμα.

-    «Με έχεις κάνει πουτάνα…», μουρμούρισε.

-    «Συνέχισε!», την πρόσταξα.

Ξαναπήρε το πιάτο στα χέρια. Θεέ μου! Τι είναι αυτό! Πόση ηδονή μπορεί να προσφέρει ένα κορμί; Το έχω γυμνό μπροστά μου. Λαιμός, πλάτη, μέση, καπούλια, ποδάρες, και δυο μπαλόνια να περισσεύουν δεξιά και αριστερά. Και η γυναικάρα να λικνίζει αυτά τα θανατηφόρα όπλα, στο πιο αμαρτωλό κούνημα. Δεν αντέχω. Σηκώνομαι και την πλησιάζω. Κολλώ πίσω της. Ο πούτσος μου ακουμπά στα κωλομέρια της και με τα χέρια μου τυλίγω, κάτω από τα βυζιά, τη μέση της. Αναστενάζει από καύλα. Θεέ μου! Τι ηδονή! Βλέπω μπροστά τις τρομερές βυζάρες να ακουμπούν σχεδόν το νεροχύτη.

Φέρνω τα δάχτυλα πάνω στις πρησμένες ρώγες. Της ξεφεύγει ένα βογκητό και αφήνει το πιάτο. Τρίβω τις θηλές, χαϊδεύω τις φοβερές ρώγες. Χουφτώνω και ‘ζυγιάζω’ απαλά τους ασήκωτους ασκούς. Παραμιλά από καύλα. Της δαγκώνω το λαιμό. Ανατριχιάζει, τεντώνεται. Φέρνει πίσω το δεξί της χέρι, αρπάζει τον πούτσο μου, ανοίγει λίγο τα πόδια, ταιριάζεται και τον οδηγεί όρθιο μέσα στο μουνί της. Βογκά, παραμιλά, τρελαίνομαι. Μένουμε εκεί ακίνητοι, καθηλωμένοι από καύλα. Χαϊδεύω απαλά τα βυζιά της, κουνάει αργά τα κολασμένα καπούλια της. Μπορούμε να χύσουμε αμέσως. Δεν θέλω, να τελειώσουμε. Σφίγγω τα δόντια και τραβιέμαι από μέσα της. Αναστενάζει. Καταλαβαίνει τη σκέψη μου.

-    «Τελείωσα. Να σκουπίσω τα χέρια μου;», μου ψιθυρίζει την μαχαιριά.

Τραβιέμαι και κάθομαι στον καναπέ. Γυρίζει, παίρνει την πετσέτα και σκουπίζει ψηλά τα χέρια. Η εικόνα κόβει την αναπνοή. Πλησιάζει και χωρίς να βλέπω το πρόσωπό της ακουμπά ελαφρά, με τις τρελαμένες ρώγες, το πρόσωπό μου. Με σκαμπιλίζει απαλά με αργές κινήσεις τους δεξιά - αριστερά. Παίρνω μια ρώγα στα χείλια μου και την ρουφάω λαίμαργα. Κατεβάζει την πετσέτα και ρουφάει με τα μάτια την εικόνα. Έχει ανάψει και συμμετέχει κολασμένα στις σκηνές. Μένουμε για μερικά λεπτά έτσι. Αφήνει κάτω την πετσέτα και αρχίζει το τάϊσμα. Λιώνουμε από καύλα.. Σηκώνομαι. Την αγκαλιάζω στη μέση. Αναστενάζει.

-    «Θα πάρεις λίγο το πλέξιμο;», της ψιθυρίζω στο αφτί.

Με καρφώνει στα μάτια.

-    «Θα σου πλέξω…», απαντά.

Σκέφτεται μερικά δευτερόλεπτα, πως να στήσει τη σκηνή. Σκύβει, σηκώνει τη ρόμπα από το πάτωμα. Τη φορά. Κουμπώνει δυο - τρία κουμπιά χαμηλά, κάτω από τα βυζιά. Ψάχνει και παίρνει το πλεχτό στα χέρια της. Κάθεται στη γνωστή θέση της. Ταιριάζει το κορμί της. Σηκώνει τα μαλλιά της. Περνά την κλωστή πάνω από το κεφάλι της, γύρω από τον ερωτικό λαιμό της. Ταιριάζει τα χέρια της και αρχίζει να πλέκει. Έχω κάτσει, ήδη, στη θέση μου, απέναντί της. Την βλέπω και αναρωτιέμαι αν ονειρεύομαι.. Ότι προσπαθούσα να ξεγυμνώσω τόσα χρόνια με τα μάτια, το έχω λαχταριστό μπροστά μου. Οι βυζάρες μισόγυμνες να τις πιέζουν τα κουμπιά ακριβώς από κάτω τους. Μισόγυμνα πόδια μέσα από τη ρόμπα.

Παρακολουθώ αποχαυνωμένος τις γνωστές αναδεύσεις που προκαλεί το πλέξιμο και τις αναταράξεις από τις προκλητικές ανατινάξεις των χεριών της. Διασταυρώνονται τα θολά μάτια μας. Σέρνομαι υπνωτισμένος. Αυτή συνεχίζει να πλέκει κι εγώ ξεκουμπώνω αργά τα δυο κουμπιά της ρόμπας. Απελευθερώνονται τα μαστάρια. Ακουμπούν, σχεδόν, στα γόνατά της. Παίρνω στο στόμα μου σιγά, απαλά μια ρώγα. Βογκά και σταματά το πλέξιμο. Την ρουφώ, αλλάζοντας ρώγες κι αυτή μου χαϊδεύει τα μαλλιά. Αφού χορταίνω κι αυτή τη σκηνή…

-    «Δεν θα ξεμουδιάσεις;», την ρωτάω και τραβιέμαι πίσω στη θέση μου.

Πρόθυμα ανατίναξε, όπως ήξερε, τα χέρια της, αναταράχτηκαν τα βυζιά της. Τέντωσε ψηλά τα χέρια της.. ανασηκώθηκαν τα δώρα της. Σηκώθηκα όρθιος. Σηκώθηκε και η ίδια, έβγαλε με μια θηλυκή κίνηση την κλωστή από το λαιμό της και σήκωσε, πάλι, ψηλά τα χέρια της, σταυρώνοντας τα δάχτυλα της. Τσιτώθηκαν μπροστά, κολασμένα, τα βυζιά. Ξαναπήρα μια ρώγα στο στόμα μου. Ανατρίχιασε. Πιπιλίζω για λίγο τις πρησμένες ρώγες και της μουρμουρίζω:

-    «Πάω στο δωμάτιο. Σε περιμένω να ξανακάνουμε το βραδινό…»

Πάω στο δωμάτιο και κλείνω την πόρτα πίσω μου. Είχα σκεφτεί, ήδη, η επανάληψη να γίνει κάπως αλλιώς.. Πάω και κάθομαι στην άκρη του δικού μου κρεβατιού και περιμένω.
Η καρδιά μου χτυπά δυνατά. Σε λίγο ανοίγει η πόρτα και ξεπροβάλλει η θανατηφόρα ομορφιά της. Την αισθάνομαι να απορεί, στιγμιαία, καθώς δεν με βλέπει στο κρεβάτι μας. Αμέσως ένα πονηρό: «Μμμμμμ…», της ξεφεύγει μόλις με αντιλαμβάνεται. Στήνεται απέναντί μου. Έχει κουμπώσει εντελώς τη ρόμπα και οι ασκοί της ασφυκτιούν μέσα της. Με καρφώνει στα μάτια και αρχίζει το βραδινό στροπτίζ. Μετά τρία – τέσσερα κουμπιά αρχίζουν να ελευθερώνονται τα βουνά.

Η καινούργια θέση της, μου προσφέρει νέες γωνίες φωτισμού από το αμαρτωλό φωτάκι. Κρατώ στο χέρι την τρελαμένη πούτσα μου. Συνεχίζει και ξεκουμπώνεται μέχρι κάτω. Ανοίγει την ξεκούμπωτη πια ρόμπα. Θάνατος. Πλησιάζει και ακουμπά, εναλλάξ, τις ρώγες στο στόμα μου. Μουγκρίζω από καύλα και αρχίζω να ‘τρώω’, πάλι, τα βυζιά της. Μουγκρίζει και η ίδια από ηδονή. Καθώς γλείφω τις βυζάρες της φέρνω και ακουμπώ τα χέρια μου στις ‘κοψιές’, εκεί που τελειώνει η μέση της, στις λαβές από τα καπούλια της. Ανατριχιάζει απ’ αυτό το κράτημα. Αφού την ρουφώ αρκετή ώρα, σηκώνομαι και περνώ τα χέρια στη μέση της κάτω από τις βυζάρες της. Βογκά.

Μένουμε κάποιες στιγμές κολλημένοι. Πιάνω την ρόμπα στους ώμους της και την ρίχνω κάτω. Είναι ολόγυμνη μπροστά μου. Την αγκαλιάζω ξανά. Λιώνουμε από ηδονή. Μένουμε εκεί, με κολλημένα τα κορμιά μας. Με τρυπούν οι ρώγες τη, την καρφώνει ο πούτσος μου. Ένα κύμα καύλας θολώνει το μυαλό μου και όπως την κρατώ από τη μέση, την τραβώ και την ρίχνω σιγά στο κρεβάτι μου. Την βοηθώ και ταιριάζεται ανάσκελα. Μένω εκεί να την χαζεύω αποχαυνωμένος. Ολόκληρο το κρεβάτι μου γέμισε από ηδονική σάρκα. Πρόσωπο, λαιμός, βυζάρες, καμπύλη - ανασηκωμένη μέση, αμαρτωλά καπούλια, αφράτο τριχωτό μουνί, όμορφες ποδάρες.

Με καρφώνει με το σκοτεινό βλέμμα της. Αναστενάζει και ανοίγει, σαν κάλεσμα, λίγο τα πόδια της. Χιμώ πάνω της, ταιριάζομαι ανάμεσα στα μπούτια της.. Κολλώ πάνω στη σάρκα της. Ηδονή, καύλα. Πιάνει, με το πολύπειρο χέρι, τον πούτσο μου, τον χουφτώνει, τον ζυγιάζει και τον χώνει μέσα της. Την καρφώνω μέχρι τέρμα. Αναστενάζει, τεντώνεται, παραμιλά. Το μουνί της μούσκεμα από τα χύσια και τις τόσες ώρες τυραννικής καύλας. Τη γαμάω, δυνατά, βίαια, ασταμάτητα. Βογκάει. Παραληρούμε από καύλα. Παλεύουμε.

Τεντώνεται. Τα βυζιά της φουσκώνουν. Τα ρουφάω, τα δαγκώνω, τα ζυμώνω. Είναι πρησμένα από καύλα. Ταιριάζεται σε μια στιγμή, σηκώνοντας λίγο τα πόδια της. Ο πούτσος μου τερματίζει πιο βαθιά μέσα της. Η βάση τρίβεται στην τριχωτή φούντα της. Βογκάμε, μουγκρίζουμε.

-    «Με ξέσκισε η ψωλάρα σου. Γαμιά, γαμιά, γαμιά!», παραμιλά.

-    «Χύνω πουτάνα!», μούγκρισα σε ένα τελευταίο ‘χτύπημα’ και ξεπήδησαν τα χύσια μέσα στη μήτρα της.

-    «Χύνω, χύνω, χύνω πουτσαρά μου!», ακούστηκε το παραμιλητό μέσα στους σπασμούς της..

(Copyright protected OW ref: 66251)