Η δασκάλα γιαγιά (2ο μέρος)

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Η περίεργη αυτή απαγορευμένη σχέση της γιαγιάς με τον εγγονό συνεχίζεται. Δόθηκε μια ευκαιρία να μείνουν μόνοι οι δυο τους για ένα τριήμερο όπου ο εγγονός θα ζήσει πρωτόγνωρα πράγματα…

Η ιστορία:

Ύστερα από επίμονες παραινέσεις πολλών ‘συνομιλητών’, αποφάσισα να γράψω μερικές ακόμα λεπτομέρειες - ‘εικόνες’ από την παθιασμένη σχέση μας.

Όπως είδατε, στην πρώτη ιστορία μου, εκείνο που χαρακτήριζε το σεξ με την γιαγιά ήταν το απαγορευμένο, το πολύ επικίνδυνο και το κρυφό - ανομολόγητο της φοβερής σχέσης μας. Σ’ αυτές τις συνθήκες και όταν η σχέση μας εξελίχθηκε σε κανονική σχέση γυναίκας - ηφαίστειου και ακούραστου γαμιά - εφήβου, το γαμήσι μας, όπως σας περιέγραψα, ήταν πάντα πισωκολλητό, από το φόβο μην καταλάβει κάτι ο μικρός, που ήταν στο άλλο κρεβάτι ή μη συμβεί καμία ξαφνική είσοδος των γονιών μου.

Εξαίρεση ένα φοβερό τριήμερο που έμεινα, για πρώτη και μοναδική φορά, στο σπίτι μόνος με τη γιαγιά και έμεινε ανεξίτηλο, με κάθε λεπτομέρεια, στη μνήμη μου… Οι γονείς μου αποφάσισαν να πάνε ταξίδι, επίσκεψη στην αδελφή του πατέρα μου που έμενε σε μακρινή πόλη και θα έμεναν εκεί τρεις βραδιές: Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο. Αποφάσισαν να πάρουν μαζί τους και τον μικρό. Στη σχετική συζήτηση στο σπίτι, με ρώτησαν  - παρακίνησαν κι εμένα να πάω μαζί τους. Πριν απαντήσω έριξα μια ματιά στη γιαγιά και θυμάμαι σαν τώρα το σκοτεινό βλέμμα της, γεμάτο μυστήριο και υπόσχεση.

-    «Όχι, δεν θέλω να έρθω…», απάντησα. «Δεν θέλω να χάσω τα μαθήματά μου».

-    «Καλά. Τότε θα μείνεις με τη γιαγιά…», είπαν.

Την ξανακοίταξα. Στο σκοτεινό - μυστήριο βλέμμα της μια λάμψη ικανοποίησης - αμαρτωλής χαράς. Η Κυριακή ήταν η μέρα που είχα κοιμηθεί στο κρεβάτι της και χύσαμε και οι δυο σε ένα ακόμα παράφορο, κρυφό γαμήσι. Το βράδυ της Δευτέρας, όπως σχεδόν κάθε βράδυ, σύρθηκα πάλι καυλωμένος στο κρεβάτι της και ζύμωσα - βύζαξα τις θεϊκές βυζάρες της. Μου τράβηξε την ανακουφιστική μαλακία της. Το άλλο βράδυ, Τρίτη, κοιμήθηκε, πράγμα σπάνιο, ανάσκελα, χωρίς να μου δίνει κατάφατσα τον όγκο των θεϊκών βυζιών της. Παρά την ασίγαστη καύλα δεν ‘σηκώθηκα’ εκείνο το βράδυ.

Το επόμενο βράδυ, Τετάρτη, ξάπλωσε με τον ίδιο τρόπο, δεν ήθελε κι απόψε να προκαλέσει. Εγώ όμως, ήταν αδύνατο να αντέξω. Μόλις κοιμήθηκε ο μικρός, σύρθηκα προς το μέρος της και τρελαμένος από καύλα, αναζήτησα με τα χέρια μου τα θεϊκά μαστάρια της. Γύρισε προς το μέρος μου και μου ψιθύρισε με πολύ προσοχή, ακουμπώντας το στόμα της στο αφτί μου:

-    «Αύριο που θα έχουν φύγει…»

Και με μια κίνηση του χεριού της, με απώθησε τρυφερά και αποφασιστικά προς το κρεβάτι μου. Έφυγα αναγκαστικά. Πήγα στο κρεβάτι μου και θυμάμαι σαν τώρα τα συναισθήματα. Πρώτα - πρώτα την ανατριχιαστική αίσθηση στο αφτί μου από το, για πρώτη φορά, άγγιγμα των χειλιών της. Δεν είχαμε φιληθεί ποτέ και με διαπέρασε μια πρωτόγνωρη ανατριχίλα, από την φοβερή επαφή. Ύστερα τα φοβερά λόγια που μου ψιθύρισε, όλο μυστήριο και αμαρτωλή υπόσχεση: «Αύριο που θα έχουν φύγει…».

Τι εννοούσε ακριβώς; Γιατί δεν με δέχτηκε; Δεν ήθελε να διακινδυνεύσει να συμβεί καμιά ατυχία αυτό το τελευταίο βράδυ, πριν την μεγάλη μέρα που θα βρεθούμε για πρώτη φορά μόνοι μας, από τότε που άρχισε η ερωτική μας σχέση; Ήθελε να είμαι τρελά καυλωμένος; Με βάση όσα ακολούθησαν καταλήγω πως ήταν και τα δυο μαζί. Δεν μπόρεσα να κοιμηθώ εκείνο το βράδυ.

Πέμπτη
Το πρωί χαιρέτησα τους γονείς μου και έφυγα για το σχολείο. Εκεί, όλο το πρωινό, ήμουν στον κόσμο μου. Τρεις μέρες χωρίς χύσιμο και το μυαλό μου καιγόταν από τις εικόνες του φοβερού κορμιού, το σκοτεινό γεμάτο αμαρτία βλέμμα, την ανατριχίλα στο αφτί και τα φοβερά ψεσινά της λόγια, την σκέψη πως θα είμαστε μόνοι.

Πέρασαν αργά, βασανιστικά οι ώρες και το μεσημέρι γύρισα τρέμοντας από καύλα στο σπίτι. Βρήκα τη γιαγιά να κάθεται σε έναν καναπέ και να πλέκει. Αυτή ήταν μια στάση πολύ διεγερτική, που παρέλειψα να αναφέρω την άλλη φορά. Καθώς έπλεκε, τα όμορφα δυνατά γραμμωμένα χέρια της πρόσφεραν ένα ερεθιστικό θέαμα καθώς κινούνταν παρασύροντας σε ηδονικές αναδεύσεις τα τεράστια βυζιά της, που βογκούσαν να βολευτούν μπροστά της. Και καθώς κατά διαστήματα, σήκωνε ψηλά τα χέρια της, για να ξεμουδιάσει, να αλλάξει στάση και να τακτοποιήσει το πλεκτό της, ανατάραζε ηδονικά, αναστενάζοντας, τα αμαρτωλά βουνά της. Με δέχθηκε ήρεμα, αμαρτωλά ψύχραιμη, σαν να μην συνέβαινε τίποτα. Με καλωσόρισε και μου είπε:

-    «Να τελειώσω, λίγο το πλέξιμο και θα βάλω να φάμε».

Έπλυνα τα χέρια μου και έκατσα απέναντί της να τη χαζεύω. Ήμουν κουρασμένος, κατακαυλωμένος και έμεινα να την απολαμβάνω σ’ αυτή την ερεθιστική ασχολία της. Που την έκανε πιο ερεθιστική η αμαρτωλή ψυχραιμία που ανέφερα. Είμαστε οι δυο μας. Προσπαθούσα να το συνειδητοποιήσω. Εντελώς μόνοι, οι δυο μας στο σπίτι. Είχα χαυνωθεί από καύλα παίρνοντας μάτι τα βυζιά της. Σήκωσα μια στιγμή τα μάτια μου και το βλέμμα μου συνάντησε το δικό της: σκοτεινό, αμαρτωλό, γεμάτο μυστήριο.

-    «Τελείωσα…», είπε κάποια στιγμή.

Σηκώθηκε και άφησε το πλεκτό της.

-    «Πιάστηκα!», μουρμούρισε και σήκωσε ψηλά τα χέρια της, σε μια - δυο κινήσεις, που ανατάραξαν θανατηφόρα τα φοβερά ‘όπλα’ της.

Καθώς χάζευα αποσβολωμένος τις ανασηκωμένες βυζάρες της ξανασυναντήθηκαν τα βλέμματά μας. Έβαλε τραπέζι, καθίσαμε απέναντι και για πρώτη φορά τρώγαμε μόνοι. Προσπαθούσε να είναι ψύχραιμη. Δεν ανταλλάξαμε κουβέντες, δεν έγιναν ερωτήσεις. Μόνο λίγες θανατηφόρες διασταυρώσεις των ματιών μας.

Τελειώσαμε το φαγητό και σήκωσε τα πιάτα στο νεροχύτη. Στη συνέχεια άρχισε να τα πλένει με γυρισμένη την πλάτη. Δεν την είχα ξαναδεί σ’ αυτό το ‘ρόλο’. Μπορούσα να απολαμβάνω την δυνατή μέση της, την γυμνασμένη (από το ασήκωτο βάρος) πλάτη της, τα όμορφα, δυνατά πόδια της και κυρίως τα φοβερά μαστάρια της να ξεπροβάλλουν, σαν αμαρτίες, δεξιά και αριστερά και να ταρακουνιούνται στις κινήσεις της. Τρελάθηκα. Χάζευα το φοβερό κορμί, έβλεπα τις θεϊκές βυζάρες να ταλαιπωρούν το σουτιέν και μου ήρθε αστραπή η σκέψη πως εδώ, στην κουζίνα, απελευθερώνονται αυτά τα σαρκικά βουνά, κάθε βράδυ, όταν ξεντύνεται, πριν κάνει τη θανατηφόρα εμφάνισή της στο δωμάτιό μας. Έλιωσα από καύλα.

Τελείωσε το πλύσιμο και γύρισε προς το μέρος μου κρατώντας τα χέρια της ψηλά, σκουπίζοντάς τα με μια πετσέτα. Αυτή η στάση ανασήκωσε αμαρτωλά τις βυζάρες της, που καθώς η πετσέτα έκρυβε το πρόσωπό της, μου προσφέρθηκαν πρόστυχα στο βλέμμα μου, κοντά στο πρόσωπό μου. Έλιωσα. Ήξερε η πουτάνα την φοβερή δύναμη των όπλων της, την δική μου αδυναμία (όπως εκδηλωνόταν κάθε βράδυ από το ‘χύμηγμα’ πάνω τους) και με πυρπολούσε με θανατηφόρες ‘προσφορές’. Στην κρίσιμη αυτή στιγμή, που ίσως να μην κρατιόμουν και για πρώτη φορά να άπλωνα, μέρα, χέρι πάνω της, ακούστηκε στην πόρτα μια θεία μου.

-    «Τι κάνετε βρε; Φάγατε; Σας έφερα λίγο γλυκό».

Και αμέσως μετά.

-    «Τι έχεις εσύ; Άρρωστος είσαι; Στενοχωρήθηκες που έφυγαν οι δικοί σου;»

-    «Όχι, τίποτα…», είπα.

-    «Δεν κοιμήθηκε καλά ψες…», είπε η γιαγιά και μου έριξε ένα σκοτεινό, γεμάτο νόημα, βλέμμα.

Με την παρουσία της θείας έπεσε λίγο ο ηλεκτρισμός κι εγώ, με παρότρυνσή τους, βγήκα να βρω τα ξαδέρφια μου για παιχνίδι. Πέρασαν κάποιες ώρες με το μυαλό μου στην ερωμένη μου και γύρισα στο σπίτι. Τη βρήκα μόνη πάλι να πλέκει.

-    «Κάτσε λίγο εδώ να διαβάσεις. Έχει ησυχία.. είμαστε οι δυο μας…», είπε.

Και οι τελευταίες λέξεις είχαν πάλι την ίδια αμαρτία. Άνοιξα τα βιβλία μου, δήθεν να διαβάσω. Έριχνα συνεχώς ματιές στις αναδεύσεις της και συναντήθηκαν δυο - τρεις φορές τα βλέμματά μας. Οι κινήσεις των χεριών της, οι ανατινάξεις τους, πρωτόγνωρα φιλήδονες. Οι αναστεναγμοί της, ερωτικοί. Ο ηλεκτρισμός στο φουλ. Ώσπου μια στιγμή, είχε νυχτώσει, σηκώνεται…

-    «Εγώ θα πάω να λουστώ. Εσύ συνέχισε το διάβασμά σου…», είπε και με κεραυνοβόλησε με το βλέμμα της.

Το μπάνιο μας ήταν έξω, χωριστά από το σπίτι. Πήρε στα χέρια της ρούχα και κατευθύνθηκε προς τα κει. Πάνω - πάνω κρατούσε ένα μαύρο σουτιέν της. Μου πρόσφερε, έτσι, την ευκαιρία να δω, πρώτη φορά με αναμμένο το φως, το φοβερό, υπερφυσικό μέγεθός του.
Έμεινα πίσω λιωμένος από καύλα. Πέρασαν μερικά λεπτά… δεν άντεξα. Αν και ήξερα ότι η πόρτα του μπάνιου δεν προσφέρεται για μπανιστήρι, κατευθύνθηκα σαν υπνωτισμένος στο μπάνιο… να ακούσω, έστω, το νερό και τα πιτσιλίσματα.

Έφτασα έξω από την πόρτα. Άκουγα το νερό να κυλάει.. αισθανόμουν τις κινήσεις της. Τρελάθηκα. Πίσω από την πόρτα ήταν ελεύθερες οι τρομερές βυζάρες, το φοβερό κορμί, όλα αναψοκοκκινισμένα από το ζεστό νερό. Ήταν επικίνδυνο εκεί που ήμουν, αν ερχόταν κανείς. Με θολωμένο μυαλό έπιασα το πόμολο. Μήπως δεν έχει κλειδώσει; Μήπως μπορέσω να την πάρω μάτι για λίγο, από μια χαραμάδα; Όχι, ήταν κλειδωμένα. Έφυγα και ήρθα να περιμένω στο σπίτι.

Σε λίγο ήρθε, ντυμένη κανονικά. Το δωμάτιο πλημμύρισε από το γνωστό άρωμα των βραδιών που ήταν να κοιμηθώ μαζί της. Που λούζονταν και γαμιόμασταν. Έκατσε στον καναπέ, έβγαλε μια πετσέτα που είχε στο κεφάλι της και την είδα για πρώτη φορά με λυτά τα μαλλιά της. Τι εικόνα ήταν αυτή…! Το πρόσωπό της και ο λαιμός φρέσκα, αναμμένα από το μπάνιο και πιο κάτω, σκεπασμένα, τα βουνά. Αρχίζει, με καυλωτικές κινήσεις, να χτενίζει τα μαλλιά της και να τινάζει τα μαστάρια της. Θάνατος. Αφού ταιριάστηκε, εγώ έλιωσα, έβαλε να φάμε βραδινό. Φάγαμε αμίλητοι, σιωπηλοί. Η γιαγιά σήκωσε το τραπέζι και μου πρόσφερε ένα ακόμα καυτό θέαμα με το πλύσιμο των πιάτων. Έλιωσα, εντελώς. Δεν άπλωσα όμως τα χέρια μου. Σκέφτηκα: «Σε λίγο θα κοιμηθούμε…».

Πέρασαν μια - δυο βασανιστικές ώρες. Έχω λιώσει στην καύλα! Είναι Πέμπτη βράδυ και έχω να χύσω από το βράδυ της Δευτέρας. Κάποια ώρα, χωρίς να έχει έρθει η κανονική ώρα του ύπνου, ακούω τη γιαγιά να λέει:

-    «Νυστάζεις; Δεν κοιμήθηκες καλά ψες. Θες να κοιμηθούμε;»

Αυτή η τελευταία λέξη και ο τρόπος που την είπε, μου φάνηκε σαν πρόσκληση στον παράδεισο.. ή μήπως στην κόλαση;

-    «Ναι!», της λέω και την κάρφωσα στα μάτια της.

-    «Πήγαινε ξάπλωσε στο κρεβάτι μας…», είπε όλο νόημα (κρεβάτι μας - του έρωτά μας). «…και θα ξεντυθώ να έρθω κι εγώ…»

Πήγα στο μπάνιο, κατούρησα με δυσκολία από την καύλα και ήρθα στο δωμάτιό μας. Ξεντύθηκα και ξάπλωσα περιμένοντας την αμαρτία. Την ακούω να κλείνει το παντζούρι της κουζίνας, να κλειδώνει την πόρτα, να σβήνει το φως και μετά τη νιώθω να αρχίζει να γδύνεται. Δεν ήξερα τι να κάνω. Αποφάσισα να περιμένω, σαν τις άλλες φορές, την είσοδό της. Είχε γίνει τόσες φορές αυτή η διαδικασία, με αυτόν τον τρόπο, που έμεινα εκεί καθηλωμένος.

Ώσπου, ανοίγει η πόρτα και ξεπροβάλλει στο μισοσκόταδο η γυναικάρα. Κρεμά τα ρούχα της. Έχει ξεκούμπωτα δυο - τρία κουμπιά. Αντί να έρθει όμως, όπως πάντα, στο κρεβάτι, τη βλέπω να κατευθύνεται στο παράθυρο. Απορώ. Την βλέπω στη συνέχεια να απλώνεται για να κλείσει το παντζούρι, που ποτέ δεν το έκλεινε. Είμαστε μόνοι και φοβάμαι, θα δικαιολογούνταν, με αμαρτωλή υποκρισία, αν τη ρωτούσαν. Ή μήπως ήθελε να αποκλείσει κάθε ενδεχόμενο να φανεί κάτι απ’ όσα θα κάναμε;

Εκεί που κατακαυλωμένος την παρακολουθούσα και την περίμενα να έρθει και να κάτσει δίπλα μου, αποσβολωμένος από το θέαμα των ελεύθερων βυζιών, την βλέπω να προσπαθεί να κλείσει το παντζούρι. Και εκεί, στο τέντωμά της να πιάσει το κλείστρο, ταρακουνήθηκαν θανατηφόρα τα ελευθερωμένα βυζιά της. Μόλις έκλεισε το παντζούρι και γύρισε να έρθει προς το μέρος μου, τινάχθηκα ασυνείδητα και όρμησα πάνω της. Την αγκάλιασα με λύσσα. Πρώτη φορά την αγκάλιαζα όρθια. Θυμάμαι σαν τώρα την πρωτόγνωρη αίσθηση από τα σαρκικά βουνά της που παρεμβλήθηκαν ανάμεσά μας, στην προσπάθεια να την αγκαλιάσω. Δύο τεράστια, ζουμερά μπαλόνια, γεμάτα αμαρτία έκαναν αδύνατη την κύκλωσή της από τα χέρια μου.

Όρμησα και τα χούφτωσα άπληστα. Τότε της ξέφυγε ένας αναστεναγμός που είχε μέσα του την καύλα όλης της σημερινής μέρας (που ήταν αναγκασμένη να κάνει την καθώς πρέπει) και την καύλα για το ανεμπόδιστο, ύστερα από χρόνια, αγκάλιασμά μας. Μείναμε εκεί να παλεύουμε όρθιοι. Αναστέναζε και βογκούσε όπως καμιά άλλη φορά. Μετά λίγη ώρα, αλλοπαρμένη, τρελαμένη από τα χάδια μου, μου βγάζει τα ρούχα και με σπρώχνει στο κρεβάτι. Έρχεται και ξαπλώνει ανάσκελα πλάι μου. Ξεκουμπώνει τα κουμπιά της πιτζάμας. Τρελαίνομαι και πέφτω στα βυζιά της που τα ελευθερώνει έξω από τη νυχτικιά. Μοσχομυρίζουν ηδονική σάρκα. Σε λίγο σηκώνει το κάτω μέρος της νυχτικιάς της και στο μισοσκόταδο βλέπω, πρώτη φορά γυμνά, τα πόδια της.

Με πιάνει με τα χέρια της και με κατευθύνει πάνω της, ανάμεσα στα αφράτα μπούτια της. Πρώτη φορά βρίσκομαι σε αυτή τη θέση, πάνω της. Θυμάμαι την πρώτη αυτή αίσθηση, με το εφηβικό κορμί μου να ακουμπά παντού την καυτή σάρκα της, να εφάπτεται, να ταιριάζει, να ‘κουμπώνει’ πάνω στην αφράτη, θηλυκιά, γυναικεία λεκάνη της. Το πρόσωπό μου έχει χαθεί στα βυζιά της, Πρώτη φορά φιλώ το λαιμό της, γλείφω τα αφτιά της, δεν θέλει (από ενοχές;) φίλημα, βογκάει από καύλα. Μου ‘ταΐζει’ τα βυζιά της, τα κατευθύνει πρόστυχα στο στόμα μου. Με μπουκώνει.

Ύστερα από λίγο κατεβάζει το χέρι της και βρίσκει τον πούτσο μου. Βογκά.. Το χέρι της αρπάζει τον πούτσο μου, τον ‘ζυγίζει’ για λίγο και τον περνά στο αφράτο μουνί της. Και τότε με την μούρη μου στο λαιμό, στα αφτιά, ανάμεσα στα βυζιά, το κορμί μου κολλημένο πάνω στις αμαρτωλές λαγόνες της, ζαλισμένος από το άρωμά της, μόλις χώθηκε ο πούτσος μου και με αγκάλιασε, με τύλιξε με τα αμαρτωλά χέρια της, ξεπήδησαν, αμέσως, τα τριών ημερών χύσια μου. Μόλις κατάλαβε ότι έχυσα, έφερε τα χέρια της στα κωλομέρια μου και με κράτησε για ώρα σφιχτά πάνω στο μουνί της.

-    «Ντύσου τώρα και κοιμήσου…», μου είπε κάποια στιγμή.

Η ίδια ταίριασε τη νυχτικιά της και έπεσε δίπλα μου. Θα είχαν περάσει κάποιες ώρες, όταν ξύπνησα. Συνειδητοποιώ, με πιο καθαρό μυαλό τώρα, ότι είμαι μόνος στο σπίτι μαζί της. Αισθάνομαι γυμνά τα πόδια της δίπλα μου. Απλώνω το χέρι μου στα μπούτια της και συναντώ το χέρι της να χουφτώνει το τριχωτό μουνί της. Μετά μερικές στιγμές μου οδηγεί το χέρι της μέσα στα αφράτα μουνόχειλα. Είναι μούσκεμα.

Σηκώνεται ξανά ο πούτσος μου. Μόλις το αντιλαμβάνεται, ξεκουμπώνεται πάλι και πετά έξω τα βυζιά της. Ορμάω πάνω τους. Με ξαναπαίρνει τότε με τα χέρια της και με οδηγεί πάλι πάνω της. Οδηγεί τον πούτσο μου μέσα στο υγρό, ζεστό μουνί της και με τυλίγει πάλι με τα χέρια και το κορμί της. Χώνω βαθιά τον πούτσο μου και της ξεφεύγει ένα απόκοσμο βογκητό. Πρέπει να μαλακιζόταν όταν με περίμενε να ξυπνήσω και ήταν τρελά φτιαγμένη. Είναι ακόμα εκεί και τα πρώτα χύσια μου.

-    «Σιγά τώρα…», μου λέει.

Ήταν φανερό ότι ‘φρόντιζε’ για το χύσιμό της. Το είχε σχεδιάσει (της είχε λείψει;) και το ήθελε πολύ το γαμήσι σ’ αυτή τη στάση Το βραδινό ‘άδειασμα’ μου χαρίζει τώρα μια τρομερή στύση. Είμαι καρφωμένος τέρμα μέσα της κι αυτή παίζει αργά, λάγνα τη λεκάνη της. Η ρίζα του πούτσου μου τρίβεται στο λασπωμένο μουνί της. Είμαι κολλημένος στη σάρκα της και νιώθω σε όλο το σώμα μου το θεϊκό κορμί της. Γλείφω, ρουφάω, δαγκώνω. Βογκάει, παραμιλάει, παραληρεί.

Και εκεί, μέσα σε πνιχτά παραμιλητά, δεν αντέχει άλλο, της ξεφεύγει ένα: «Πουτσαρά μου!» και ταρακουνιέται σύγκορμη. Χύνει, χύνει όπως ποτέ. Ξανά και ξανά μονολογεί, τυλίγοντας τα χέρια της γύρω μου. Τρελαίνομαι από τα βυζιά της, το λαιμό της. Δεν χύνω ακόμα. Κατευθύνει τα χέρια της στα κωλομέρια μου και σπρώχνοντας με κουμπώνει ακόμα καλύτερα στη λεκάνη της. Μερικές πουτανιάρικες ακόμα κινήσεις και ξεχύνεται το δεύτερο, το κανονικό, το συνταρακτικό χύσιμο. Μένουμε κάποια λεπτά έτσι, να αισθανόμαστε τους σπασμούς των κορμιών μας. Πέσαμε στη συνέχεια στο πιο βαθύ, χαλαρωτικό ύπνο…

Παρασκευή
Με ξυπνά το πρωί για το σχολείο. Σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Βάζει πρωινό. Τρώμε απέναντι. Αμίλητοι. Γυρίζω το μεσημέρι και τη βλέπω να πλέκει. Η δεύτερη αυτή μέρα περνά χωρίς κάτι το ιδιαίτερο. Έχω ξαλαφρώσει από τα δυο φοβερά χυσίματα χτες και την χαζεύω με ελεγχόμενη καύλα. Χορτασμένη και η ίδια, δεν είναι σήμερα λυσσασμένη.
Νυχτώνει, τρώμε για βράδυ και όταν έρχεται η ώρα μου λέει:

-    «Ήρθε η ώρα για ύπνο;»

Τίποτα από τον χθεσινό ηλεκτρισμό.

-    «Ναι…», της λέω.

-    «Ξάπλωσε, έρχομαι κι εγώ…», λέει.

Ξαπλώνω και παρακολουθώ - ακούω τη γνωστή διαδικασία, δίπλα στην κουζίνα. Σε λίγο ξεπροβάλλει στην πόρτα, στο μισοσκόταδο, η κολασμένη σιλουέτα της. Δεν κατευθύνεται απόψε στο πατζούρι, έρχεται και ξαπλώνει, κουμπωμένη δίπλα μου. Περνούν κάποια λεπτά. Δείχνει χορτασμένη. Εγώ φέρνω στο νου μου τα χθεσινά. Δεν μπορώ να ησυχάσω. Στο μπράτσο μου ακουμπά και νιώθω το βάρος από το υπερφυσικό βυζί της. Δεν αντέχω. Μετά από λίγο ανασηκώνομαι και αρχίζω να ξεκουμπώνω, πρώτη φορά εγώ, τη νυχτικιά της. Πετάγονται έξω τα βυζιά της και κολλάω, ζαλισμένος από το θέαμα, στη μια ρώγα της. Αναστενάζει.

-    «Δεν χόρτασες χτες;», ρωτάει.

Είναι η πρώτη φορά που ακούγονται κάποιες λέξεις, μιλούμε στο κρεβάτι.

-    «Όχι…», της λέω ξαναμμένος απ’ την ερώτηση, αφήνοντας για λίγο τη ρώγα της.

Αλλάζω ρώγα.

-    «Άντε καλά…», μου λέει σε λίγο. «Χύσε ξανά…»

Και λέγοντας την τελευταία φράση με ξεκολλά απ’ τις ρώγες της και μου γυρίζει την πλάτη.

-    «Έλα…»

Με προσκαλεί για γαμήσι στη γνωστή στάση μας. Κολλάω με τον γνωστό τρόπο πίσω της. Μου πιάνει ανάμεσα από τα μπούτια τον πούτσο μου και τον χώνει στο μουνί της. Γνωστή στάση αλλά το ότι είμαστε μόνοι την κάνει απόψε εντελώς διαφορετική. Δεν είμαστε σκεπασμένοι. Βλέπω στο μισοσκόταδο τα καπούλια της να προσφέρονται, λαχταριστά, μπροστά στον πούτσο μου. Βλέπω την πλάτη της. Ζυμώνω χωρίς φόβο και προφυλάξεις τα βυζιά της. Χαϊδεύω τα χέρια της. Η ίδια κουνιέται ελεύθερα, χωρίς προφυλάξεις και παρά το ψεσινό της χόρτασμα και την απροθυμία της να χύσει και απόψε, απολαμβάνει την ελευθερία μας.

Ύστερα από αρκετά λεπτά ‘όργωμα’ του μουνιού και αναστεναγμούς από μέρους της, εκεί που από στιγμή σε στιγμή είναι να χύσω, μου έρχεται σαν λάμψη μια σκέψη, η εικόνα μιας φαντασίωσης. Τραβιέμαι από μέσα της, περνώ από πάνω της, κατεβαίνω από το κρεβάτι και στέκομαι όρθιος, γυμνός από τη μέση και κάτω, μπροστά της. Είμαι σε απόσταση ενός - δυο μέτρων και αρχίζω να χαϊδεύω τον πούτσο μου, που σημαδεύει ταβάνι. Απόψε θα χύσω τα βυζιά της. Καταλαβαίνει αμέσως. Ανασηκώνεται, κάθεται στη άκρη του κρεβατιού, απελευθερώνεται από τη νυχτικά στους ώμους, μένει γυμνή από τη μέση και πάνω, ταιριάζει τα φοβερά βυζιά της και μου τα προσφέρει στο μισοσκόταδο χοντρά, βαριά, κρεμαστά μπροστά μου. Χαϊδεύει τις ρωγάρες της, που πλησιάζουν στα γόνατά της.

Τρελαίνομαι! Τα βυζιά της ολόγυμνα μπροστά μου. Και στο σπίτι μόνοι, οι δυο μας. Λιώνω. Τα παίρνω αχόρταγα μάτι και τραβάω μαλακία. Συνεχίζει να χαϊδεύεται. Συνεχίζω να μαλακίζομαι λυσσασμένα. Πλησιάζω και ακουμπώ τον πούτσο μου, για πρώτη φορά έτσι, στα βυζιά της. Τραβάω μαλακία σαν τρελός. Και τότε παίρνει το δεξί χέρι από τη ρώγα της και μου πιάνει τον πούτσο. Αμέσως πετάχτηκαν τα χύσια μου σε ένα συγκλονιστικό χύσιμο. Με επιδέξιες, δυνατές τρομπαρισιές το πολύπειρο χέρι της μου άδειασε, μου στράγγισε τα αρχίδια.

Έμεινα κάποιες στιγμές εκεί με την μουνάρα να κρατά τον πούτσο μου και μένα να τρέμουν τα πόδια μου.

-    «Κοιμήσου τώρα…», είπε μόλις συνήλθα.

Πέρασα και ξάπλωσα στο κρεβάτι. Η ίδια μάζεψε την νυχτικιά και πήγε στην κουζίνα. Την ένιωσα να σκουπίζεται. Ακούστηκε και η βρύση. Τα χύσια πρέπει να είχαν γεμίσει τα βυζιά, το λαιμό, το πρόσωπό της. Καθαριζόταν. Ήρθε σε λίγο και ξάπλωσε δίπλα μου. Κοιμήθηκα βαριά, λυτρωτικά.

Σάββατο
…συνεχίζω, για να ολοκληρώσω, το γράψιμο.

 

Για το πρώτο μέρος της ιστορίας πατήστε εδώ

(Copyright protected OW ref: 12830)