Τρίτη φορά με την βαφτιστήρα

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Ο Αντρέας πιστεύει ότι η βαφτιστήρα του έχει φύγει όταν δέχεται ξαφνικά την επίσκεψη της. Του εξηγεί πως και γιατί άλλαξαν τα σχέδια κι εκείνος βρίσκει ευκαιρία, μιας και λείπει η γυναίκα του, να πάρει την βαφτιστήρα και να πάνε μια βολτίτσα. Σήμερα έχει άλλα σχέδια και για την άλλη παρθενιά της μικρής…

Η ιστορία:

Λοιπόν, όπως καταλάβατε είμαι ο Αντρέας από τις ιστορίες «Τα χρόνια πολλά από το νονό» και «Δεύτερη φορά με τη βαφτιστήρα». Αυτή τη στιγμή η ώρα είναι 1:54. Αυτό έγινε το απόγευμα στις 6:30 ακριβώς. Χτύπησε η πόρτα εγώ ξυριζόμουν και λέω: Όχι ρε γαμότο! Γενικά με εκνευρίζει όταν είμαι στο μπάνιο να χτυπάει η πόρτα. Πάω, ανοίγω και τι να δω;

-    «Ρία; Τι κάνεις εδώ;»

-    «Ήρθα να δω τον νονό μου. Τόσο κακό είναι;»

-    «Ε; Μα δεν έφυγες;»

-    «Θα έφευγα, αλλά το πρόβλημα είναι ότι ο μπαμπάς δεν μπόρεσε να έρθει να μας πάρει, επειδή η γιαγιά δεν είναι καλά και πήρε τηλέφωνο τη νονά να την ρωτήσει άμα γίνεται να μείνουμε σήμερα εδώ».

-    «Φυσικά και γίνεται! Και βέβαια!», είπα με ένα βλέμμα όλο ενθουσιασμό.

-    «Ωραία!»

Η Μαίρη και η γυναίκα μου έπιναν καφέ κι εγώ είπα ότι θα κάνω μια βόλτα με το αμάξι την Ρία. Αλλά τι βόλτα... Πήγαμε λίγο έξω από την πόλη, σταματήσαμε με το αμάξι και άρχισα τα κλασικά…

-    «Άμα μας πει που ήμασταν τι θα πούμε;»

-    «Εεεε ρε Ρία, εεε ρε κοπέλα μου! Που ζεις; Θα πούμε... εεεμ...»

-    «Εεεεεμ... Τι στο διάολο θα πούμε;»

-    «Εεεεμ... θα πούμε ότι ενώ κάναμε βόλτα είχε πολύ κίνηση και αργήσαμε...»

-    «Ναι, αλλά πού πήγαμε είναι το θέμα;»

-    «Λοιπόν, μαλακίες! Δεν θα το ρωτήσει. Ηλίθια είναι».

Η Ρία όμως δεν νοιαζόταν γι’ αυτό, απλώς ήταν αγχωμένη και την ρωτάω:

-    «Τι έχεις;»

-    «Εεε να... τώρα μες στην ερημιά, εγώ κι εσύ... ε.. δεν…»

-    «Φοβάσαι μην σε παρατήσω;»

Και άρχισα να την κοροϊδεύω.

-    «Πάμε να φύγουμε. Δεν θέλω, άλλαξα γνώμη…»

-    «Γιατί; Ρε μπουμπού τι λες; Όποτε γουστάρεις πηδιόμαστε και όποτε δεν γουστάρεις ξεχνιόμαστε;»

-    «Δεν θέλω να πω αυτό αλλά…»

-    «Τι αλλά ρε πούστη μου;»

-    «Όταν έφυγα απ’ το σπίτι σου, η μάνα μου άρχισε να με ρωτάει τι κάναμε τόσες ώρες και γιατί μυρίζω σαν την κολόνια του μπαμπά και γιατί τα χέρια μου έχουν σημάδια και τέτοια».

-    «Ωχ, ωχ. Όχι ρε γαμότο. Πλάκα κάνεις;», είπα τρέμοντας.

-    «Όχι. Δεν λέω ότι το κατάλαβε αλλά δεν είναι και τόσο ηλίθια. Με κοίταζε από πάνω μέχρι κάτω».

-    «Στ’ αρχίδια μου. Παρθενόπη το παίζει και η μάνα σου. Πριν από 21 χρόνια μια χαρά τη γαμούσα κι αυτήν!»

Να σας πω εδώ ότι με την Μαίρη, πριν από 21 χρόνια, είχαμε τρελές εμπειρίες. Μετά παντρεύτηκε τον Ηλία και όλα άλλαξαν.

-    «Ξέρω. Μου είχε πει η μάνα μου ότι είχατε σχέση παλιά».

-    «Ναι, αλλά σου είπε και τα άλλα;»

-    «Ποια άλλα;»

-    «Τίποτα, άσε, άσε... να σου τα πει αυτή».

-    «Τέλος πάντων. Τι θα κάνουμε;»

-    «Ότι κάναμε και πριν. Έτσι κι αλλιώς τώρα δεν έχω ούτε χειροπέδες, ούτε φοράω κολόνια».

Έτσι όπως ήταν ξαπλωμένη στο πίσω κάθισμα, της σηκώνω την μπλούζα και αρχίζω να πιπιλάω τις ρώγες της.

-    «Μμμμμ… Μωρό μου!»

Τότε της δάγκωσα μια ρώγα.

-    «Ααααχ!»

-    «Πόνεσες μωράκι μου;»

-    «Λίγο, αλλά μ’ άρεσε».

Έβγαλα το σορτσάκι της και το βρακί της και άρχισα να γλείφω το μουνάκι της.

-    «Αααα! Μμμμμμ… Με τρελαίνεις...»

Εγώ δεν μιλούσα, μόνο έγλειφα και δάγκωνα την κλειτορίδα της. Με το που την δάγκωσα κάνει ένα «Αχ».

-    «Σε πόνεσα;»

-    «Ναι!»

-    «Να το φιλήσω να περάσει;»

Και άρχισα να φιλάω το μουνί της το οποίο μύριζε τόσο ωραία και οι χυμοί της ήταν τόσο γλυκοί. Ακόμα νιώθω τη γεύση στο στόμα μου. Σε κάποια φάση μου τραβάει το κεφάλι, με ξαπλώνει και αρχίζει να μου παίρνει πίπα. Η πίπα κράτησε αρκετά λεπτά.

-    «Ωραία! Τελειώσαμε. Πάμε να φύγουμε...»

-    «Αααα δεν κατάλαβες, δεν τελειώσαμε... ακόμα».

Την αρπάζω από τα χέρια την γονατίζω και αρχίζω να γαμάω το κωλαράκι της.

-    «Αααα, ααααα! Σκίσε με! Είμαι η πουτάνα σου. Κάνε με ότι θες».

-    «Αααχ μωρό μου! Είσαι καύλα!»

-    «Μμμμ… Αααααχα!»

Άρχισα να τον βάζω πιο βαθιά.

-    «Αααχ… πονάει...»

-    «Μην αρχίζεις πάλι. Αφού πάντα έτσι κάνεις και μετά σου αρέσει...»

-    «Ααααχ… Ναι, αλλά τώρα πονάει υπερβολικά...»

Στην αρχή δεν την πίστευα, νόμιζα ότι το έλεγε μόνο για να γλιτώσει το γαμήσι από τον κώλο αλλά μετά, όταν τον έβγαλα από τον κώλο της και πήγα να χύσω στην πλάτη της, είδα πάνω στον πούτσο μου αίματα και στον κώλο της.

Όταν γυρίσαμε, η Μαίρη κι αυτή κοιμήθηκαν σε μας και φυσικά τα τούβλα, η Μαίρη και η γυναίκα μου, δεν ρώτησαν καν που πήγαμε. Πάλι καλά... Α ρε Ρία, τι μου κάνεις γαμότο!

(Copyright protected OW ref: 11887)