Τα χρόνια πολλά από το νονό

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Ο Ανδρέας επισκέπτεται την βαφτιστήρα του για τα γενέθλια της. Κάποια στιγμή που εκείνη του έλεγε το πρόβλημα της, αυτός την άρπαξε να τη φιλήσει κι άρχισε να καυλώνει. Αποτέλεσμα ήταν να προσπαθήσει να την πηδήξει, παρά τη θέληση της. Ένας βιασμός με περίεργη κατάληξη…

Η ιστορία:

Γεια σας. Είμαι ο Αντρέας, είμαι σαράντα χρονών, εμφανίσιμος, με ύψος 1.87 και είμαι 78 κιλά. Έχω καστανόξανθα μαλλιά και μπλε μάτια. Επίσης δεν είμαι πολύ ρυτιδωμένος. Θα σας πω για την πρώτη εμπειρία που είχα με την βαφτιστικιά μου την Ρία.

Η Ρία είναι δεκαοκτώ χρονών, όχι πολύ ψηλή, μελαχρινή, με σκούρα καστανά μαλλιά και μεγάλα σκιστά, πράσινα μάτια. Όταν ήταν μικρή ήταν ένα κλασικό κοριτσάκι. Κοντή, πάρα πολύ αδύνατη και φυσικά μικροκαμωμένη. Λοιπόν, εγώ μένω στην Θεσσαλονίκη και η Ρία μένει στον Βόλο. Πριν από ένα μήνα, είχε τα γενέθλια της και φυσικά πήγα να την δω. Στα περσινά της γενέθλια δεν είχα πάει για κάποιους ηλίθιους λόγους και θεώρησα πως δεν είναι σωστό να μην ξαναπάω. Ξέρω πως ήμουν και είμαι η αδυναμία της Ρίας και πως να το πω, είμαι το φιλαράκι της, μου τα λέει όλα και φυσικά με εμπιστεύεται φουλ.

Λοιπόν να μην τα πολυλογώ, πήγα στο σπίτι της δυο μέρες πριν τα γενέθλια και για να μην έχει πολύ κόσμο αλλά και για να μην είναι καμιά φίλη της και δεν μπορούμε να τα πούμε ήρεμα. Άσε που δεν με βόλευε και πολύ με τι δουλειά μου. Με το που έφτασα η Ρία άνοιξε την πόρτα με αγκάλιασε σφιχτά και με φίλησε απαλά στο μάγουλο.

Όταν την είδα τρελάθηκα! Είχε γίνει κούκλα! Ήταν πανέμορφη, αλλαγμένη και φυσικά δεν ήταν τίποτα βαμμένη και τέτοια. Ήταν πραγματικά σκέτη καύλα. Η μεσούλα της λεπτή, τα βυζάκια της στρογγυλά και είχε ένα κωλαράκι... Και να μην ξεχνάμε ότι έχω αδυναμία στους γυναικείους κώλους. Τέλος πάντων, φάγαμε όλοι εκεί, γελάσαμε κτλ. Το βραδάκι κατά τις οκτώμισι πρόσεξα ότι η Ρία είχε φύγει από το τραπέζι. Πάω στο δωμάτιο της και γίνεται ο εξής διάλογος:

-    «Μπουμπού; (έτσι την φώναζα μικρή) Τι έχεις;»

-    «Τίποτα, απλά...

-    «Δεν χάρηκες που με είδες και έφυγες ε;», είπα ειρωνικά.

-    «Ναι, μπράβο! Αυτό είναι, το βρήκες!», μου λέει ειρωνικά.

-    «Ε και τότε τι έχεις; Φαίνεσαι κάπως...»

-    «Ωραία λοιπόν. Μην τολμήσεις και πεις τίποτα σε καμιά μαμά η στο μπαμπά. Εντάξει;»

-    «Εντάξει ρε συ! Μίλα! Τι έχεις;»

-    «Χθες το βράδυ ήμουν με τον Δημήτρη (ο γκόμενος της) και φιλιόμασταν στο δωμάτιο του. Οι γονείς του λείπουν στην Αθήνα και ήμασταν μόνοι μας. Τέλος πάντων, ενώ φιλιόμασταν, εγώ ξάπλωσα στο κρεβάτι του και κάναμε...»

-    «Κάνατε...;»

-    «Κάναμε έρωτα…»

Τότε έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Βρε το σκατό λέω. Δεν περίμενα να μου πει κάτι τέτοιο. Την είχα για πιο "σεμνή". Και δεν της φαινόταν. Περίμενα να μου έλεγε ότι χώρισε, ότι την φίλησε και αυτή δεν ήθελε, τέτοια...

-    «Και που είναι το κακό; Όλοι στην ηλικία σου κάναμε και από τέτοια. Τι σκας; Έγινε τίποτα άλλο;»

-    «Όχι, αλλά σήμερα το πρωί μου έστειλε μήνυμα και μου είπε πως όλα ήταν ένα λάθος και πως το έκανε μόνο επειδή είχε βάλει ένα στοίχημα με τους φίλους του».

Τότε άρχισε να κλαίει. Την αγκάλιασα σφιχτά και την φίλησα στο μάγουλο.

-    «Εγώ αν ήμουν στην ηλικία σου και τα είχα μ’ εσένα, ούτε στοίχημα θα έβαζα ούτε τέτοιες μαλακίες».

-    «Τι εννοείς;»

-    «Έλα τώρα ρε Ρία! Κάθεσαι και κλαις γι’ αυτόν; Ένας μαλάκας είναι. Καριολάκι. Πόσο χρονών είναι;»

-    «Δεκαεννιά».

-    «Άσε μας ρε Ρία. Και ξέρει τώρα να γαμάει;»

-    «Μα δεν είναι εκεί το θέμα...»

-    «Ήταν πρώτη σου φορά, σωστά;»

-    «Ναι, γιατί;»

-    «Λοιπόν, οι γονείς σου θα έφευγαν για τι γιαγιά σου επειδή είναι στο νοσοκομείο, σωστά;»

-    «Ναι».

-    «Ωραία! Πες τους να πάνε και πες ότι θα μείνω εγώ μαζί σου. Ξέρω ότι μετά από αυτό που έγινε στην πολυκατοικία δεν σ’ αφήνουν μόνη σου…» (είχαν μπει διαρρήκτες στους από κάτω και από τότε ξέρετε...).

-    «Εντάξει».

Μέχρι η Ρία να πάει μέσα, έβγαλα ένα προφυλακτικό από τη βαλίτσα, το φόρεσα και την περίμενα να έρθει. Όταν με αγκάλιασε ένιωσα τα βυζάκια της να ακουμπάνε πάνω μου, τα χέρια της γύρω απ’ τη μέση μου. Εκείνη τη στιγμή το μόνο που ήθελα ήταν να τη γαμήσω. Να της δείξω ότι κανένας άλλος πούστης (σαν αυτόν που πήγε) δεν είναι καλύτερος από εμένα!

-    «Εντάξει, θα φύγουν σε δέκα λεπτά».

Τέλος πάντων, πέρασαν δέκα λεπτά ώσπου ο Ηλίας και η Μαίρη (γονείς της) έφυγαν.

-    «Τώρα που έφυγαν τι θα κάνουμε;»

-    «Κάτι που πιστεύω θα σ’ αρέσει πολύ…»

-    «Τι; Αχ… Μόνο μην είναι καμιά βλακεία…»

-    «Δεν είναι βλακεία. Πριν όμως παίξουμε δεν θες να δεις το δώρο σου;»

-    «Μου πήρες δώρο;»

-    «Εεε δεν θα σου έπαιρνα;»

-    «Αααα.. ωραία! Τι είναι;»

-    «Άνοιξε το!»

-    «Μου πήρες εσώρουχα;»

-    «Δεν σου αρέσουν;»

-    «Όχι, ωραία είναι, αλλά... μου φαίνονται για μεγαλύτερες γυναίκες».

Τα εσώρουχα ήταν πολύ προκλητικά και θύμιζαν περισσότερο πουτάνα, παρά πιτσιρίκα. Έτσι κι αλλιώς, της γυναίκας μου επιλογή ήταν...

-    «Έλα σιγά, φόρεσε τα κι έλα μέσα».

Τα φόρεσε και όταν την είδα, έπαθα! Είχα κατακαυλώσει. Ο πούτσος μου είχε γίνει πέτρα.

-    «Είμαι ωραία; Κατά την γνώμη μου μοιάζω λίγο με...»

-    «Όχι, γιατί; Είσαι πολύ ωραία!»

Φυσικά ο πούτσος μου είχε σηκωθεί κι αυτή το κατάλαβε…

-    «Ώρα! Τι βλέπω; Γουστάρουμε, γουστάρουμε;», μου είπε με ένα πονηρό βλέμμα.

Τότε την αρπάζω από την μέση, την ξαπλώνω στο κρεβάτι και της λέω:

-    «Με έχεις καυλώσει πουτανάκι! Το κατάλαβες, ε; Αλλά για κάτσε, για κάτσε… Πώς το είδες εσύ; Άρα κοιτάς το καυλί μου. Ε, μωρό μου;»

-    «Μα τι κάνεις; Εγώ για πλάκα το είπα. Δεν ήθελα...»

-    «Σκάσε πουτανάκι!»

-    «Άφησε με ρε μαλάκα! Αν έρθει η μάνα μου θα δεις τι έχει να γίνει!»

-    «Αααα, δεν κατάλαβες μωράκι μου. Αν πεις στην μάνα σου τίποτα γι’ αυτό, θα της πω κι εγώ τι έγινε με τον άλλο τον μαλάκα».

-    «Δεν θα το κάνεις!»

-    «Γιατί;»

Τότε αυτή πάγωσε.

-    «Αν έχω το θάρρος να σε γαμήσω, θα έχω και το θάρρος να το πω. Σωστά μανάρι μου;»

Τότε την είδα να βουρκώνει…

-    «Τι θέλεις; Γιατί το κάνεις αυτό;»

-    «Ποιο; Ε, μωρό μου. Ποιο;»

-    «Άφησε με σε παρακαλώ...», είπε κλαίγοντας.

Τότε έτσι όπως ήταν, την έγδυσα και άρχισα να την γλείφω παντού. Αυτή κουνιόταν και τσίριζε. Τότε παίρνω από τον σάκο μου που ήταν δίπλα κάτι χειροπέδες, την δένω και αρχίζω να γαμάω το μουνάκι της. Ήταν υγρό και ο πούτσος μου γλιστρούσε μέσα της πολύ εύκολα. Αυτή συνέχισε να κλαίει και να με παρακαλάει να σταματήσω. Εγώ όσο την άκουγα να με παρακαλάει, τόσο πιο πολύ καύλωνα!

-    «Έτσι, έτσι κάνουν τα καλά πουτανάκια. Παρακαλάνε τον Αφέντη!»

-    «Ααααααχ… Με πονάς. Μμμμμμ… Μη! Σταμάτα! Σταμάτα σε παρακαλώ…»

-    «Πάρτον, πάρτον σκύλα!»

-    «Ααααχαα! Άσε με!»

Την γαμούσα αρκετή ώρα, αλλά δεν έχυσα. Την γυρνάω στα τέσσερα και μου λέει:

-    «Τι κάνεις…;»

Μιλούσε με λυγμούς. Δεν μπορούσε ούτε να μιλήσει η πουτάνα.

-    «Θα δεις...»

Και χώνω το ένα μου δάχτυλο στον κώλο της και με το άλλο γαμούσα το μουνί της!

-    «Αααααα! Μμμμ! Πονάει! Βγάλτο! Τι πας να κάνεις;»

-    «Έλα μωρό μου, θα δεις, θα σ’ αρέσει…»

-    «Σκατά θα μ’ αρέσει! Βγάλτο!»

-    «Έλα πουτανάκι! Βγάλε το σκασμό!»

-    «Αααααα! Βγάλτοοοοοοο!»

Τότε βγάζω το δάχτυλο και χώνω με την μια το καυλί μου μέσα στον κώλο της! Αυτή τη φορά η Ρία τσίριζε πιο δυνατά από ότι πριν.

-    «Αααααα, άσε με! Πονάει! Πονάει! Βγάλτο! Σε παρακαλώ… Βγάλτο!»

-    «Ααααχ μωρό μου, μ’ αρέσει να σε ακούω να τσιρίζεις!»

-    «Μαλάκα!»

-    «Τι είπες ρε πουτανάκι;»

Και της τραβάω ένα δυνατό χαστούκι στο κωλομέρι!

-    «Ααααχ!»

-    «Αχ; Πόνεσε ε; Τι λες για άλλο ένα;»

-    «Μηηη! Αααα!»

Σιγά - σιγά ενώ τσίριζε, άρχισε να της αρέσει κα μου έλεγε:

-    «Μην σταματάς, συνέχισε…»

-    «Βλέπεις; Εγώ στο έλεγα, θα σ’ αρέσει! Βρώμα! Πάρ’ τον!»

-    «Μμμμμμ… Αχ έτσι! Ξέσκισε με!»

Την γαμούσα αρκετά μέχρι που έχυσα πάνω στο στήθος της. Μετά την έβαλα να μου γλείψει τον πούτσο. Την επόμενη μέρα το απόγευμα έπρεπε να φύγω. Με αγκάλιασε, μου έδωσε ένα φιλί (ούτε η γυναίκα μου δεν με φιλάει έτσι) και μετά έφυγα. Πριν δυο μέρες ήρθε στην Θεσσαλονίκη με την μάνα της και ξαναγαμηθήκαμε πιο άγρια.

(Copyright protected OW ref: 11473)