Η θεία Άννα

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Ο Τάκης είχε πολλές φαντασιώσεις για την θεία του την Άννα αλλά κι ένα φετίχ… Όταν έκανε μια σχέση με μια κοπέλα, εκείνη ανακάλυψε το φετίχ του και άλλαξε τη συμπεριφορά της κάνοντας τον Τάκη να τρελαίνεται από καύλα. Όμως μια μέρα, θα ανακαλύψει και η θεία του το φετίχ του και θα αποφασίσει να τον τιμωρήσει…

Η ιστορία:

Είμαι ο Τάκης και θα σας αφηγηθώ την ιστορία μου, πως ξεκίνησε και πως μου άλλαξε πολλά πράγματα στη ζωή μου.

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην επαρχία, όπου και τέλειωσα και το Λύκειο. Ήμουν καλός μαθητής κι έτσι βρέθηκα να έχω περάσει στο Πανεπιστήμιο και μάλιστα στην Αθήνα. Την αρχική αναστάτωση για το που θα έμενα, αν θα τα κατάφερνα να μου δώσουν κάποιο δωματιάκι στη φοιτητική εστία κι όλα αυτά, τα αντικατέστησε και μάλιστα ασκώντας βέτο εκείνο το καλοκαίρι, η αδερφή της μάνας μου, η θεία Άννα.

Η θεία ήταν μια σαρανταπεντάρα χωρισμένη, χωρίς παιδιά, που έμενε μόνη της σε ένα μεγάλο οροφοδιαμέρισμα κι έτσι είχε δωμάτια ελεύθερα, που στο ένα από αυτά θα έμενα εγώ. Η θεία ήταν μια γυναίκα ψηλή, μελαχρινή αδύνατη, με σώμα που το συντηρούσε πολύ καλά με γυμναστήριο και προσεκτική διατροφή. Τίποτε ιδιαίτερο σαν πρόσωπο, μεσαίο στήθος αλλά με λεπτά και ψηλά πόδια κι ένα κωλαράκι που κόλαζε και άγιο. Έτσι δεν άργησα να ξεκινήσω να μαλακίζομαι τα βράδια στο κρεβάτι μου και να τη φαντάζομαι ερωτικά.

Από το πρώτο εξάμηνο στη σχολή έκανα σχέση με μια τριτοετή που ήταν και η πρώτη μου γυναίκα. Εκείνη μου έμαθε τον έρωτα και παρότι δεν ήταν λίγες οι φορές που κλεινόμασταν στο σπίτι της και κυριολεκτικά με ξεζούμιζε, δεν έπαυα να φαντάζομαι τη θεία Άννα. Κάποιες φορές μάλιστα όσο πήδαγα τη Δήμητρα με εκείνη στημένη στα τέσσερα κι εγώ πίσω της, έκλεινα τα μάτια και στη θέση της έβαζα τη θεία.

Η Δήμητρα ήταν αυτή που με μύησε σιγά - σιγά και σε πιο κίνκι ερωτικά μονοπάτια. Ξεκίνησε μια μέρα όταν μου ζήτησε να την τιμωρήσω επειδή ήταν άτακτο κοριτσάκι κι έπρεπε όπως είπε να τη δείρω. Έβγαλα τη ζώνη από το παντελόνι μου και δειλά ξεκίνησα να κοκκινίζω τον κώλο της. Η Δήμητρα, παρά τα σημάδια που άφηνα πάνω της, βογκούσε καυλωμένη και ζήταγε να τη χτυπάω πιο δυνατά. Εκεί λύθηκα κι άρχισα να τη μαστιγώνω άγρια, αλύπητα μέχρι που ο πούτσος μου κόντευε να σπάσει από ερεθισμό, πέταξα τη ζώνη και καρφώθηκα στον κώλο της. Την έδερνα με τις παλάμες μου και την ξεκώλιαζα βίαια, μέχρι που έχυσα μέσα της.

Από εκείνη την ημέρα ανακάλυψα νέα και ηδονικά μονοπάτια με οδηγό μου τη Δήμητρα.
Κλιπς, μανταλάκια, μαστίγια μ’ εμένα στο ρόλο του Αφέντη κι εκείνη σκλάβα μου. Παρά τις νέες εμπειρίες, πρωτόγνωρες και πολύ ηδονικές, δεν έπαψα να καυλώνω και να μαλακίζομαι με το μυαλό μου κατακλυσμένο από τη θεία Άννα. Σύντομα, όταν εκείνη απουσίαζε από το σπίτι, ανακάλυψα τα εσώρουχά της. Δαντελένια κιλοτάκια, στρινγκάκια μεταξωτά, αραχνοΰφαντα, όλα τους πολύ πιο ερωτικά και θηλυκά από εκείνα της δικιάς μου. Τα χάιδευα, τα έτριβα στο πρόσωπό μου κι έχυνα ακαριαία.

Κάτι τα κίνκι παιχνίδια με τη Δήμητρα, κάτι η απωθημένη καύλα για τη θεία Άννα, με οδήγησαν και στα άπλυτα κιλοτάκια της. Στην αρχή τα μύριζα κι ήταν σα να ρούφαγα τη μουνάρα της αλλά δεν περιορίστηκα εκεί. Σύντομα τα φορούσα, ξάπλωνα στο κρεβάτι μου και μαλακιζόμουν. Έχυνα παραδομένος στις βρώμικες σκέψεις που έκανα για τη θεία και μετά με τρεμάμενα πόδια τα επέστρεφα πάλι στο καλάθι με τα άπλυτα, προσέχοντας να τα βάλω στη θέση που τα βρήκα.

Μια φορά μάλιστα τα χρειάστηκα, όταν εγώ μαλακιζόμουν στο δωμάτιό μου, ευτυχώς με κλειστή πόρτα, κι εκείνη γύρισε απρόοπτα. Εγώ φορούσα ένα μαύρο δαντελένιο στρινγκάκι της και έπαιζα τον πούτσο μου. Μόλις με φώναξε και ρώτησε αν είμαι μέσα, είπα πως ήμουν λίγο αδιάθετος κι έτσι έμεινα ξαπλωμένος. Η θεία ήρθε στο δωμάτιό μου αλλά αφού είδε πως ήμουν καλά, είπε πως είχε δουλειές κι έπρεπε να ξαναφύγει, κι έτσι τα κατάφερα να επιστρέψω το κιλοτάκι της στα άπλυτα χωρίς να γίνω ρεζίλι. Για λίγες μέρες έκοψα το επικίνδυνο παιχνίδι με τα κιλοτάκια της κι ασχολούμουν περισσότερο με τη σχολή και τη Δήμητρα.

Η μεγάλη στροφή μου ξεκίνησε ένα βράδυ Παρασκευής που θα έμενα στο σπίτι της Δήμητρας. Είχαμε βγει για βόλτα και ποτό και καταλήξαμε στο σπίτι της, αργά το βράδυ, με μια όμορφη γλυκιά ζάλη κι οι δυο μας. Ξεκούμπωσε το πουκαμισάκι της και κατέβασε το παντελόνι της, αφήνοντας με έκθαμβο να παρατηρώ τα εσώρουχά της. Μαύρα, δαντελένια, που της ταίριαζαν απίστευτα. Δεν ήταν βέβαια μόνο αυτό, αλλά στη μνήμη μου ήρθαν αμέσως τα κιλοτάκια της θείας. Η Δήμητρα κατάλαβε αμέσως πως έπαθα πλάκα κι άρχισε να με πειράζει.

-    «Τι έγινε μωρό μου; Πρώτη φορά με βλέπεις;»

-    «Ε.. όχι, αλλά… μου αρέσεις πολύ!», κατάφερα να πω, προσπαθώντας να ξεχάσω τα συρτάρια της θείας.

-    «Μάλλον τα εσώρουχά μου σου αρέσουν καυλιάρη μου…!», είπε γελώντας.

Με έγδυσε και καταλήξαμε να ξεσκιζόμαστε άγρια με εκείνη να φοράει τα εσώρουχά της.

-    «Αν το ήξερα πως σου αρέσουν τόσο πολύ, θα τα φόραγα πιο συχνά…», είπε αφού συνήλθαμε από το άγριο γαμήσι μας. «Εκτός… εκτός αν θες να δοκιμάσεις κι εσύ…», συμπλήρωσε πονηρά.

Ο πούτσος μου τινάχτηκε και μόνο στο άκουσμα των όσων είπε, πριν καν προλάβω να τη διαψεύσω.

-    «Μμμ… τι ανακαλύψαμε μωρό μου; Είσαι βιτσιόζικο;»

-    «Όχι βρε Δήμητρα…», πήγα να τα μπαλώσω. «Απλά μου αρέσουν πάνω σου».

-    «Και πάνω σου θα είναι υπέροχα!», είπε εκείνη. «Αλλά αυτά είναι μικρά για σένα. Θα το λύσουμε αλλιώς, όταν έρθει η ώρα του…»

Αλλάξαμε κουβέντα, χαλαρώσαμε και μας πήρε ο ύπνος. Την άλλη μέρα με ξύπνησε με ένα υπέροχο τσιμπούκι κι όταν άνοιξα τα μάτια μου κι άρχισα να συνέρχομαι απ’ τον ύπνο, εκείνη με είχε καβαλήσει, παραμέρισε το μαύρο δαντελένιο κιλοτάκι που τόσο με τρέλαινε και καρφώθηκε πάνω στο καυλί μου.

-    «Κοίτα το μωρό μου… Κοίτα τι ωραία δαντέλα έχει! Σκέψου τον πούτσο σου ντυμένο με ένα τέτοιο…!», μου έλεγε και καρφωνόταν δυνατά και γρήγορα.

Εγώ παραμιλούσα από την καύλα και δεν μπορούσα ούτε καν να τη διαψεύσω.

-    «Καύλα θα σαι μωρό μου, με το κωλαράκι σου ντυμένο με μετάξι και δαντέλα!»

Με τέτοιες περιγραφές συνέχισε για λίγο μέχρι που πια δεν άντεχα άλλο κι έχυσα ποτάμια σπέρματος μέσα της. Μαζί μου έχυσε κι εκείνη κι έμεινε καρφωμένη πάνω μου με το μουνάκι της να συσπάται στο καυλί μου. Κάναμε μαζί μπάνιο, ήπιαμε καφέ, κι η Δήμητρα είπε πως είχε να πάει για ψώνια. Έτσι μαζί της έφυγα κι εγώ και δώσαμε ραντεβού για το βράδυ, στο σπίτι της.

Μέσα στη μέρα ανταλλάξαμε αρκετά sms με εκείνη να μου λέει πως μου είχε μια έκπληξη για το βράδυ, αλλά να μη μου λέει τι. Το μόνο που απαίτησε ήταν να έχω ξυρίσει τον πούτσο και τα αρχίδια μου και τα άλλα να τα αφήσω πάνω της. Το έκανα και το βραδάκι ήμουν έξω από το σπίτι της, ανυπόμονος να δω τι είχε σκαρφιστεί το έκφυλο μυαλουδάκι της…

Μου άνοιξε και περάσαμε στο φοιτητικό σαλονάκι της, που φωτιζόταν μόνο από μερικά κεριά. Χαμηλή μουσική έπαιζε από τον υπολογιστή της κι είχε ήδη ανοίξει ένα μπουκάλι κρασί. Μου έβαλε κι εμένα να πιω κι άρχισα να τη χουφτώνω και να τη φιλάω. Με σταμάτησε κάπως απότομα και ζήτησε να γδυθώ ώστε να δει αν ήμουν καλό παιδάκι κι αν έκανα όσο εκείνη μου χε ζητήσει. Ξεκούμπωσα το παντελόνι και το κατέβασα μαζί με το εσώρουχο κι ο καυλωμένος πούτσος μου πετάχτηκε όρθιος, ξυρισμένος κι απαλλαγμένος από κάθε τρίχα.

-    «Μμμ… ωραίο καυλί!», είπε πονηρά και το πήρε για λίγο στο στόμα της.

Πήγα να της πιάσω το κεφάλι για να της γαμήσω το στόμα αλλά με σταμάτησε και πάλι.

-    «Όχι ακόμη μωρό μου… Έχουμε πολλά να κάνουμε, μη βιάζεσαι…»

Σηκώθηκε και πήρε από το τραπεζάκι μια σακουλίτσα δώρου.

-    «Αυτό είναι για σένα καυλιάρη μου!», μου είπε. «Αλλά πρώτα βγάλε και το μπλουζάκι σου».

Έκανα ότι ήθελε προκειμένου να δω τι ήταν το δώρο και τι ήθελε να κάνω. Το άνοιξα κι έμεινα έκπληκτος να κοιτάζω το περιεχόμενο. Ένα κόκκινο δαντελένιο κιλοτάκι, ίδιο σχέδιο με το δικό της το μαύρο, ζαρτιέρες και κάλτσες.

-    «Τι… τι είναι όλα αυτά;»

-    «Φόρεσέ τα μωρό μου και θα δεις…»

-    «Μα… αυτά είναι γυναικεία…»

-    «Σσσς… κάνε ότι σου λέω και φόρεσέ τα!»

Πήγα να βάλω το κιλοτάκι, αλλά με σταμάτησε και πάλι.

-    «Πρώτα τις κάλτσες καύλα μου. Κάθισε στον καναπέ και θα σου δείξω…»

Κάθισα αναστατωμένος, αμήχανος αλλά και πολύ καυλωμένος, με τη Δήμητρα γονατισμένη μπροστά μου να μου σηκώνει το πόδι και να ανεβάζει την κάλτσα στη γάμπα μου, πρώτα στο ένα και μετά στο άλλο. Με σήκωσε όρθιο κι ανέβασε τις κάλτσες μέχρι το τέρμα τους, ψηλά στους μηρούς μου. Πήρε τις ζαρτιέρες κι αφού τις έδεσε στη μέση μου, στερέωσε τα κλιπς στις κάλτσες μου.

-    «Τώρα βάλε το κιλοτάκι μωρό μου…», είπε και μου το έδωσε από τη σακούλα.

Το φόρεσα με τρεμάμενα χέρια, κι ένιωθα το καυλί μου και τα ξυρισμένα μου αρχίδια να παίρνουν φωτιά μέσα στη αραχνοΰφαντο ύφασμα.

-    «Μμμμ… Υπέροχη είσαι μωρό μου!», είπε κι άρχισε να γδύνεται μπροστά μου.

Έμεινε με τα εσώρουχα της και αντίστοιχα με τα δικά μου ζαρτιέρες και κάλτσες, μόνο που τα δικά της ήταν μαύρα. Με πήρε από το χέρι και με πήγε στο κρεβάτι της, με τσιμπούκωσε και κυριολεκτικά με γάμησε με το μουνί της, με τους δυο μας ντυμένους. Ύστερα τη γάμησα εγώ με εκείνη ανάσκελα από κάτω μου κι όταν έχυσα δεύτερη φορά με ξαναπήρε στο στόμα της και με ρούφαγε ασταμάτητα.

Και τι δεν μου έκανε εκείνο το βράδυ… Κάποια στιγμή με έστησε στα τέσσερα, μου έδειρε για πρώτη φορά τον κώλο, μου έγλειψε την τρυπούλα και με πήρε με τα δάχτυλά της. Άρχισε να με βρίζει, να με λέει πουτάνα της και σκλάβα της, και πως πια δεν θα ήταν εκείνη σκλάβα μου αλλά εγώ δική της και πολλά άλλα που μέσα στην παραζάλη της καύλας απλά συμφωνούσα κι ήθελα κι άλλα. Αποκοιμηθήκαμε τα χαράματα εξαντλημένοι.

Το ίδιο συνεχίστηκε και όλη την Κυριακή, με παιχνίδια, γαμήσια κι εμένα μόνιμα ντυμένο με τα κόκκινα εσώρουχα. Το απογευματάκι της Δευτέρας, μετά τη σχολή, γύρισα σπίτι και βρήκα ένα σημείωμα από τη θεία πως θα έλειπε για λίγες μέρες κι είχε μια λίστα με μικροδουλειές που έπρεπε να κάνω. Τακτοποίησα λίγο, έκανα μια εργασία για την άλλη μέρα κι έβαλα ένα ποτό να χαλαρώσω.

Με τη Δήμητρα δεν θα βρισκόμασταν για λίγες μέρες γιατί θα ερχόταν η μάνα της και θα έμενε μαζί της, η θεία έλειπε κι έτσι πήρα το κουράγιο να επισκεφτώ και πάλι τα συρτάρια της. Τα άνοιξα με τρεμάμενα χέρια.. τώρα πια ήξερα τι ήθελα. Πήρα ένα ζευγάρι μαύρες κάλτσες με ραφή, ζαρτιέρες κι ένα κιλοτάκι. Τα φόρεσα όπως μου είχε μάθει η Δήμητρα και γύρισα στο σαλόνι του σπιτιού.

Χαμήλωσα τα φώτα, έβαλα στο βίντεο να παίζει μια τσόντα που είχα κατεβάσει από το ίντερνετ κι απολάμβανα το ποτό και τα εσώρουχα της θείας πάνω μου. Χαϊδευόμουν μέχρι που έχυσα. Λίγο η έντονη καύλα, λίγο το ποτό κι ο χαμηλός φωτισμός, αποκοιμήθηκα στον καναπέ. Με ξύπνησε ένα δυνατό φως στο πρόσωπό μου. «Μα καλά… πώς είχε ανάψει το μεγάλο φως του σαλονιού;», σκεφτόμουν ακόμη μισοκοιμισμένος. Άνοιξα τα μάτια μου κι έμεινα αποσβολωμένος. Από πάνω μου στεκόταν η θεία μου και με κοίταζε με τα χέρια στη μέση της.

-    «Ώστε αυτά κάνεις όταν λείπω…;», είπε και με κοίταζε υποτιμητικά.

-    «Ε, όχι θεία…»

-    «Σκασμός μαλακισμένο, που θα μου πεις κι όχι θεία! Λες και δεν έβλεπα τόσο καιρό τα εσώρουχά μου ανακατεμένα…»

Έμεινα παγωμένος να την κοιτάω.

-    «Δε φτάνει που σε μάζεψα εδώ μέσα, θα μας γαμήσεις κιόλας; Να δω τι θα πεις στη μάνα σου…»

-    «Όχι θεία. Όχι, σε παρακαλώ…»

Με έπιασε πανικός και μόνο στη σκέψη του εξευτελισμού που θα πέρναγα.

-    «Όχι θεία, σε παρακαλώ… Θα κάνω ότι θέλεις, αλλά όχι, όχι αυτό…», είπα με τα μάτια βουρκωμένα.

Εκείνη με κοίταζε σιωπηλή.. το σκεφτόταν. Έβγαλε το κινητό της και με τράβηξε μερικές φωτογραφίες ντυμένο με τα εσώρουχά της.

-    «Τσακίσου για ύπνο τώρα!», μου είπε. «Και μην τολμήσεις να τα βγάλεις. Αφού σου αρέσουν τόσο, μ’ αυτά θα κοιμηθείς. Κι αύριο θα αποφασίσω τι θα κάνω με σένα…»

Με κομμένα πόδια πήγα ως το κρεβάτι μου και ξάπλωσα. Στριφογύριζα όλο το υπόλοιπο βράδυ. Δεν με έπαιρνε ο ύπνος με την τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα. Το πρωί η θεία σηκώθηκε κι ήρθε στο δωμάτιό μου.

-    «Σήκω!», μου είπε. «Φτιάξε μου καφέ κι έλα που σε θέλω δυο λεπτά…»

Σηκώθηκα μπροστά της και πήγα να βγάλω αυτά που φορούσα, αλλά με σταμάτησε.

-    «Έτσι θα μου σερβίρεις το καφέ μου!», με διέταξε. «Αλλιώς παίρνω τώρα τηλέφωνο τη μάνα σου και σε στέλνω έτσι στο χωριό!»

Έφτιαξα τον καφέ της και της τον πήγα στο σαλόνι. Εκείνη με περίμενε σκεφτική αλλά λιγότερο θυμωμένη από ότι το προηγούμενο βράδυ.

-    «Λοιπόν σήμερα έχω κάτι δουλειές…», είπε, «…οπότε θα πρέπει να φύγω νωρίς. Το απόγευμα όμως μετά τη σχολή σου σε θέλω να έρθεις σπίτι. Έχουμε να πούμε πολλά…»

-    «Ναι θεία…», είπα με τρεμάμενα λόγια.

Με κοίταξε επιβλητικά και συνέχισε:

-    «Εσύ θα πας έτσι στη σχολή σου. Μην τολμήσεις κι αλλάξεις!»

-    «Μα.. θεία…», πήγα να πω.

-    «Σκασμός μαλακισμένο! Δεν έχει μα και ξε μα και κομμένο το θεία. Στο εξής θα με αποκαλείς κυρία. Κατάλαβες;»

-    «Ναι…», είπα αμήχανα.

-    «Ούτε ναι έχει μαλακισμένο σκουλήκι!», είπε θυμωμένη. «Μάλιστα θα λες, μάλιστα!»

-    «Μάλιστα…», απάντησα με σκυμμένο κεφάλι.

Με άρπαξε από το μαλλί και μου έριξε ένα χαστούκι με όση δύναμη είχε.

-    «Μάλιστα τι; Μαλακισμένο, τι μάλιστα; Τι λέω τόση ώρα;»

-    «Μάλιστα κυρία…», απάντησα και τα μάτια μου βούρκωσαν.

-    «Αυτά ας τα σκεφτόσουν πριν αρχίσεις τις ανωμαλίες σου!», είπε θυμωμένη και σηκώθηκε. «Εγώ φεύγω κι όπως είπαμε… αυτά θα φοράς κάτω απ’ τα ρούχα σου. Έτσι θα πας στη σχολή σου γιατί αλίμονο σου διαφορετικά. Και μόλις τελειώσεις τα μαθήματα θα τσακιστείς να έρθεις πίσω!»

-    «Μάλιστα κυρία…», απάντησα.

Έκανα ότι με διέταξε, μόνο που πάνω από τις μαύρες κάλτσες της φόρεσα και δικές μου, μη σηκωθεί το παντελόνι και γίνω ρεζίλι σ’ όλη τη σχολή. Κάποια στιγμή που μίλησα με τη Δήμητρα και μου είπε να πάμε για καφέ μετά τη σχολή, προφασίστηκα πως μου είχε ζητήσει βοήθεια η θεία με κάτι πράγματα που ήθελε να ανεβάσει στο πατάρι κι έτσι έφυγα αμέσως για το σπίτι. Όταν έφτασα τη βρήκα να με περιμένει στο σαλόνι.  Ήταν ντυμένη με μαύρη φούστα, πουκάμισο, κάλτσες και γόβες. Αντί για καλησπέρα, πέταξε ένα ξερό και θυμωμένο:

-    «Γδύσου! Θέλω να δω αν τα φοράς ακόμη…»

-    «Μάλιστα κυρία…», απάντησα.

Με μηχανικές κινήσεις γδύθηκα μπροστά της, κι έμεινα με τα εσώρουχά της.

-    «Τουλάχιστον υπάκουσες, μαλακισμένο!», συνέχισε στον ίδιο τόνο.

Πήρε το κινητό της από το τραπεζάκι κι άρχισε να με βγάζει φωτογραφίες, ενώ μου έδινε οδηγίες πως να στηθώ. Ντρεπόμουν κι αισθανόμουν πολύ άβολα, αλλά έτσι όπως είχαν έρθει τα πράγματα δεν τολμούσα να της αρνηθώ τίποτε. Μου μίλαγε υποτιμητικά και χυδαία, με έβριζε και με ταπείνωνε και συνέχιζε να με φωτογραφίζει.

-    «Αυτές για να δει η αδερφή μου τι πουστάκι έκανε για γιο! Να τις δει ο πατέρας σου μαλάκα να νιώσει περήφανος για τον άντρακλα που μεγάλωσε!»

Εκεί ήταν και το μόνο σημείο που αντέδρασα και της είπα πως δεν ήμουν πούστης και πως δε μου άρεσαν οι άντρες. Με πίεζε κι άλλο, με ειρωνευόταν για το ντύσιμό μου και πια δε μπορούσα παρά να της πω την αλήθεια.

-    «Για σένα το έκανα…», της είπα με σκυμμένο κεφάλι. «Μου άρεσες πάρα πολύ…!»

Σα χείμαρρος ξεπήδησαν όλα από μέσα μου. Της είπα πως ξεκίνησα να χαϊδεύω τα πλυμένα κιλοτάκια της, μετά να μυρίζω τα άπλυτα, μετά πως μαλακιζόμουν για χάρη της, και πως έφτασα να φοράω τα δικά της. Εκεί άλλαξε και η στάση της, άφησε κάτω το κινητό κι έμεινε να με ακούει. Της μίλησα για τη Δήμητρα, ακόμη και για τα προχτεσινά που μου έκανε με εμένα ντυμένο με τα εσώρουχά της και πόσο μου άρεσε αυτή η αλλαγή των ρόλων ανάμεσά μας. Ακόμη κι όταν τέλειωσα έμεινε σιωπηλή και σκεφτική να με κοιτάζει. Κάποια στιγμή, σηκώθηκε αποφασιστικά κι έσπασε τη σιωπή…

-    «Εδώ που φτάσαμε δεν έχουμε άλλη λύση…», είπε. «Γονάτισε μπροστά μου!»

-    «Μάλιστα κυρία…», είπα και γονάτισα μπροστά της.

Εκείνη όρθια από πάνω μου έβγαλε το πουκάμισό της και στη συνέχεια κατέβασε αργά τη φούστα της και την άφησε να πέσει δίπλα μου, στο πάτωμα. Σειρά είχε το σουτιέν και τελευταίο το κιλοτάκι της. Από ένα που έβγαζε το πέταγε μπροστά μου, μύριζα το άρωμά της από τα σέξι εσώρουχά της κι έβλεπα μπροστά μου τα πόδια και τις γόβες της.

-    «Γλείψε!», με διέταξε και μου έσπρωξε το πόδι της στο στόμα μου.

Υπάκουσα αμέσως. Μετά από ώρα κι αφού γυάλισα τις γόβες της με τη γλώσσα μου, με άρπαξε από τα μαλλιά, μου ανασήκωσε το κεφάλι και το οδήγησε στο υγρό μουνί της.

-    «Κάνε με να χύσω σκλάβα και μετά έχουμε να πούμε πολλά οι δυο μας…»

Έπεσα με τα μούτρα στο αντικείμενο του πόθου μου, υγρό, ξυρισμένο, με φουσκωτά χειλάκια. Δεν χόρταινα να το βλέπω, να το γεύομαι και να το ρουφάω. Ήμουν σαν το διψασμένο στην έρημο που βρίσκει την όαση. Δεν ξέρω πόση ώρα την έγλειφα, ούτε ξέρω αν το έκανα καλά, απλά είχα χαθεί μέσα της… έγλειφα, έπινα, ρούφαγα, τη γάμαγα και την εξερευνούσα με τη γλώσσα μου. Κάποια στιγμή μου κόλλησε το κεφάλι στο μουνί της και τραντάχτηκε ολόκληρη…

-    «Χύνω, χύνω…», κατάφερε να πει δυο φορές και με πλημύρισε με τα υγρά της.

Ρούφαγα άπληστα τα χύσια της μέχρι που δεν άντεξε άλλο την επαφή με τη γλώσσα μου και τραβήχτηκε μακριά μου. Αφού πήρε μια ανάσα, πήγε κι έκανε μπάνιο ενώ εγώ την περίμενα γονατισμένος στο σαλόνι με τη στύση μου να ασφυκτιά μέσα στο στενό κιλοτάκι της. Γύρισε κοντά μου τυλιγμένη σε μια ημιδιάφανη ρόμπα, κάθισε στον καναπέ και με κάλεσε να την πλησιάσω. Ήταν λίγο διστακτική.. κάτι σκεφτόταν και σα να δίσταζε να ξεκινήσει. Έσκυψα και της φίλησα τα πόδια της κι αυτό σα να ήταν το σύνθημα που περίμενε για να ξεκινήσει να μιλάει.

-    «Αυτό που έγινε ανάμεσά μας ήταν πολύ όμορφο!», είπε. «Αλλά από εδώ και πέρα πρέπει να πάρεις κάποιες αποφάσεις σημαντικές για την πορεία σου…»

Κάτι πήγα να πω αλλά με σταμάτησε ευγενικά και συνέχισε με γλυκιά σταθερή φωνή.

-    «Καταρχήν δε θα πω τίποτε στους δικούς μας, αυτό να το χεις δεδομένο, ανεξάρτητα από το τι θα αποφασίσεις. Εντάξει;»

-    «Μάλιστα κυρία…», απάντησα ανακουφισμένος.

-    «Ωραία απάντηση!», είπε χαμογελώντας. «Αλλά τώρα αρχίζουν τα πράγματα να σοβαρεύουν… Έχεις δύο επιλογές Τάκη: η πρώτη είναι να μετακομίσεις στη γκαρσονιέρα μου και να μείνει εδώ το θέμα και να το ξεχάσουμε και η δεύτερη είναι να μείνεις μαζί μου, αλλά με τους δικούς μου όρους πια».

-    «Θέλω να μείνω μαζί σου…», απάντησα αμέσως.

-    «Μη βιάζεσαι…», με διέκοψε. «Το να μείνεις μαζί μου δεν θα έχει μόνο όμορφες στιγμές σαν αυτές που ζήσαμε πριν αλλά κι άλλες πιο δύσκολες. Μου άρεσε το ντύσιμό σου και είδα πόσο σου πάνε τα γυναικεία εσώρουχα. Θα έχεις τα δικά σου εσώρουχα τα οποία και θα φοράς μόνιμα όταν θα είσαι σπίτι. Θα έχεις τα δικά σου ρούχα και παπούτσια, όλα γυναικεία φυσικά».

-    «Μου αρέσει!», είπα κι ο πούτσος μου αναπήδησε και πάλι από ερεθισμό.

-    «Δεν τελείωσα…», είπε εκείνη. «Θα είσαι όμως και η σκλάβα μου. Θα είσαι η δούλα μου και η υπηρέτριά μου. Θα κάνεις τις δουλειές του σπιτιού και θα εκτελείς κάθε διαταγή μου».

-    «Μάλιστα κυρία, το θέλω!», απάντησα.

-    «Όχι ακόμη Τάκη… Εγώ θα βγω σε λίγο και θα γυρίσω το βράδυ. Θέλω να τα σκεφτείς πολύ καλά όλα αυτά κι όταν επιστρέψω θα τα συζητήσουμε. Εντάξει;»

-    «Μάλιστα!», απάντησα αλλά ήδη είχα πάρει την απόφασή μου.

Το βράδυ που επέστρεψε της ανακοίνωσα την απόφασή μου: πως ήμουν έτοιμος να μείνω μαζί της και να κάνω όλα όσα χρειαζόταν.

-    «Χαίρομαι!», απάντησε εκείνη και συνέχισε: «Τα πρώτα πράγματα που θα αλλάξουν ανάμεσα μας θα είναι το όνομά σου. Στο εξής θα λέγεσαι Λίλα και θα με αποκαλείς κυρία κι Αφέντρα. Κατάλαβες Λίλα;»

-    «Μάλιστα Αφέντρα!», απάντησα χαρούμενος.

-    «Πολύ ωραία μικρή μου! Πήγαινε κάνε μπάνιο και θα σου ετοιμάσω καθαρό κιλοτάκι και baby doll να τα φοράς στον ύπνο σου, μέχρι να πάρουμε δικά σου. Το πρωί θέλω να μου χεις έτοιμο τον καφέ μου Λίλα…», είπε και με καληνύχτισε.

Όταν βγήκα από το μπάνιο και πήγα στο δωμάτιό μου, βρήκα πάνω στο κρεβάτι ένα καθαρό ροζ κιλοτάκι κι ένα ασορτί baby doll μαζί μ’ ένα σημείωμα.

«Μη χύσεις μικρή μου Λίλα…», έλεγε. «Σε θέλω καυλωμένη για την Αφέντρα σου!»

Υπάκουσα και κοιμήθηκα με μια στύση κάγκελο. Το πρωί της ετοίμασα τον καφέ της και σκούπισα και καθάρισα την κουζίνα. Χάρηκε από την πρωτοβουλία μου και μου είπε πως το μεσημέρι που θα γυρνούσα θα ξεκινούσε η νέα μου εκπαίδευση και ζωή στο σπίτι. Φυσικά πήγα στη σχολή με το ροζ κιλοτάκι κι ήμουν όλη μέρα καυλωμένος. Απέφυγα να συναντηθώ με τη Δήμητρα, ευτυχώς με βόλεψε και η παρουσία της μάνας της, κι έτσι γύρισα ανυπόμονος στη θεία Άννα. Με περίμενε με ένα τεράστιο χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της.

-    «Καλώς τη!», μου είπε. «Σε περίμενα. Πάρε μια ανάσα κι έλα να ξεκινήσουμε. Έχουμε πολλά να κάνουμε κι ακόμη πιο πολλά να μάθεις…»

Άφησα τα πράγματά μου κι αφού μιλήσαμε λίγο για άσχετα θέματα, μου είπε να γδυθώ και να την ακολουθήσω στο μπάνιο. Με έβαλε στη μπανιέρα, τη γέμισε με αφρόλουτρο, μου έκανε μπάνιο, απαλά και τρυφερά και στο τέλος με ξύρισε σ’ ολόκληρο το σώμα μου. Με σκούπισε κι αφού μου έβαλε ενυδατική κρέμα με πήρε στην κρεβατοκάμαρά της.

-    «Αυτά είναι για σένα Λίλα…», μου είπε και μου έδωσε μερικές σακούλες με ψώνια.

Άνοιγα και δεν χόρταινα να βλέπω, να αγγίζω και να χαϊδεύω το περιεχόμενο. Κιλοτάκια, μπουστάκια, ζαρτιέρες, κάλτσες, φουστάκια κοντά, φουστανάκια και δυο ζευγάρια γόβες με χαμηλό τακουνάκι. Διάλεξε εκείνη ένα σετ λευκά δαντελένια εσώρουχα με ασορτί ζαρτιέρες και με βοήθησε να τα φορέσω, εξηγώντας μου πως να τα βάζω, πως να φοράω τις κάλτσες και πως να τα προσέχω να μην τα χαλάω.

Πήρε τα υπόλοιπα και πήγαμε στο δωμάτιό μου. Είχε ήδη πετάξει τα αντρικά μου εσώρουχα από το συρτάρι και τώρα στη θέση τους βάλαμε τα γυναικεία. Τακτοποίησε μαζί μου τα ρούχα στη ντουλάπα μου και με πήρε πάλι στο κρεβάτι της. Μου έβαλε κραγιόν στα χείλη μου και άρωμα στο κορμί μου και με έβαλε να ξαπλώσω. Έβγαλε κι εκείνη τα ρούχα της κι έμεινε με κόκκινα εσώρουχα που την έκαναν ακόμη πιο όμορφη και πιο σέξι. Ο πούτσος μου έτρεμε από καύλα. Είχα ξεπεράσει κάθε όριο κι αναστολή.. ήθελα να χύσω, ήθελα να κάνω ότι με διέταζε, ήθελα να είμαι τα πάντα γι’ αυτή τη θεά!

-    «Χαλάρωσε μικρή μου Λίλα…», είπε με σιγανή ερωτική φωνή. «Σήμερα θα είναι μεγάλη μέρα για σένα. Σήμερα θα σε κάνω γυναίκα κι αυτό θα σου μείνει χαραγμένο στη μνήμη σου για μια ζωή…»

Δεν κατάλαβα τι εννοούσε αλλά δεν έδωσα και σημασία από την καύλα μου. Χαμήλωσε τα φώτα, άναψε μερικά κεριά κι ήρθε πάλι κοντά μου. Με χάιδευε, με έγλειφε, με άγγιζε κι εγώ σπαρταρούσα στα χέρια της. Κάποια στιγμή με γύρισε μπρούμυτα κι η γλώσσα της άγγιξε την κωλότρυπα μου. Τρελάθηκα από καύλα. Βόγκαγα και παραμιλούσα. Η γλώσσα της με είχε ανοίξει και με γάμαγε.. έμπαινε μέσα μου και με εξερευνούσε. Είχα χάσει τον κόσμο γύρω μου. Σειρά είχαν τα δάχτυλά της, στην αρχή ένα και μετά δεύτερο και τρίτο. Μου μίλαγε τρυφερά και γλυκά και με έπαιρνε.

Κάποια στιγμή σταμάτησε, με γύρισε ανάσκελα και αφού μου είπε να την περιμένω μισό λεπτό, σηκώθηκε. Άνοιξε τη ντουλάπα της και χωρίς να βγάλει το εσώρουχό της φόρεσε στη μέση της ένα μαύρο στραπόν. Δεν το είχα δει ποτέ μου ζωντανό, παρά μόνο σε εικόνες στο ίντερνετ και σε κάποια βιντεάκια. Ήταν τόσο όμορφο πάνω της κι εγώ τόσο καυλωμένος που μου φαινόταν πολύ φυσιολογικό. Πήρε από το συρτάρι του κομοδίνου μια λιπαντική κρέμα κι αφού άλειψε το μαύρο καυλί της ανέβηκε και πάλι στο κρεβάτι.

Μου άνοιξε τα πόδια, τα ανασήκωσε και μπήκε ανάμεσά τους. Παραμέρισε με το ένα χέρι της το δαντελένιο μου στρινγκάκι και με το άλλο οδηγούσε το καυλί της στην παρθένα τρύπα μου. Με κοίταζε στα μάτια χαμογελαστή και καυλωμένη και το έσπρωχνε. Μόλις με διαπέρασε το πουτσοκέφαλο του στραπόν της σφίχτηκα…

-    «Χαλάρωσε μικρή μου, χαλάρωσε. Μπήκε. Είσαι δική μου τώρα! Είσαι γυναίκα μου…», μου είπε.

Μου μιλούσε τρυφερά, με χάιδευε κι έσπρωχνε μέχρι που το πήρα ολόκληρο. Έμεινε ακίνητη μέχρι να συνηθίσω το καυλί της και μετά άρχισε να το βγάζει αργά και βασανιστικά και να το καρφώνει μέσα μου. Λίγο - λίγο επιτάχυνε και κατέληξε να με καρφώνει αλύπητα και να με ξεκωλιάζει.

-    «Έτσι καριόλα!», έλεγε ανάμεσα στα βογκητά της. «Έτσι… Σε ξέσκισα! Σ’ έκανα πουτάνα απόψε! Από σήμερα θα σαι η σκλάβα μου κι η ανιψιά μου. Η Λίλα μου, η μικρή μου πουτάνα. Θα με υπηρετείς ντυμένη τσουλίτσα, όπως σου πρέπει, κι εγώ θα σε γαμάω!»

Εγώ είχα χάσει τον κόσμο γύρω μου, παραδομένος σε μια πρωτόγνωρη καύλα, μέχρι που έχυσα πάνω στα σεντόνια της χωρίς καν να αγγιχτώ. Τώρα πια είχα χάσει κάθε ντροπή και κάθε όριο…

-    «Γάμα με θεία, γάμα με Αφέντρα μου!», της έλεγα. «Κάνε με ότι θέλεις! Σου ανήκω. Πήδα με την πουτάνα!»

-    «Σε πηδάω πουτάνα! Και θα σε πηδάω κάθε μέρα. Θα σε ξεμουνιάσω καριόλα, να μη μπορείς να κάτσεις!»

Ο κώλος μου είχε πάρει φωτιά, κι η τρύπα μου δεχόταν ανενόχλητα πια το βίαιο γαμήσι της. Κάποια στιγμή με κάρφωσε με όλη της τη δύναμη κι έπεσε πάνω μου χώνοντας όλο το παλούκι της μέσα μου.

-    «Χύνω, χύνω καριόλα! Σε χύνω! Πάρ’ τα ψώλα!» μου έλεγε αγκομαχώντας.

Μείναμε έτσι για ώρα, παραδομένοι κι οι δύο στο απίστευτο χύσιμο που είχαμε κάνει. Πρώτη τραβήχτηκε εκείνη από μέσα μου κι αφού σηκώθηκε με σήκωσε κι εμένα. Πήγε πρώτη για μπάνιο κι αφού γδύθηκα κι εγώ κι έκανα μπάνιο, μου έδωσε καθαρό κιλοτάκι και baby doll, από τα δικά μου αυτή τη φορά, να φορέσω και με έστειλε για ύπνο.

Το πρωί έπρεπε να της έχω έτοιμο τον καφέ της και θα ξεκινούσα την εκπαίδευσή μου με τις δουλειές του σπιτιού, με το να πλύνω τα εσώρουχά της στο χέρι. Από εκείνη τη μέρα πέρασαν τέσσερα υπέροχα χρόνια, υποταγής, ταπείνωσης, εκπαίδευσης και πολλά - πολλά γαμήσια.

(Copyright protected OW ref: 11369)