Η διψασμένη κουμπάρα

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
θα ήθελα να γράψω κι εγώ την δική μου η ιστορία με θέμα την καυλιάρα κουμπάρα μου. Η κουμπάρα μου η Νίκη δουλεύει σε κατάστημα στο Κολωνάκι πωλήτρια. Κατά καιρούς όμως λόγω έλλειψης προσωπικού και ανάγκης κάλυψης ρεπό, πηγαίνει στο κατάστημα της Γλυφάδας στο οποίο είναι τελείως μόνη. Εκεί εξελίσσεται και η ιστορία μας.

Μια μέρα που η Νίκη έχει κατεβεί στην Γλυφάδα, εντελώς τυχαία μέσω της δουλειάς μου (Courier) πέρασα από το μαγαζί χωρίς να γνωρίζω ότι ήταν εκεί. Όταν την είδα μέσα, σταμάτησα και κατέβηκα για να την χαιρετίσω. Μου πρότεινε να κάτσω για καφέ. Λόγω ευχέρειας της δουλειάς μου δεν βιαζόμουνα καθόλου. Έκατσα λοιπόν, πήγε μου έφτιαξε καφέ και έκατσε να τα πούμε. Εντωμεταξύ ήταν και η ώρα που έκλεινε το μαγαζί για μεσημέρι και θα καθόταν μέσα.

Εκεί που συζητάγαμε, η κουβέντα ήρθε γύρω από το σεξουαλικό. Άρχισε λοιπόν να μου λέει ότι θα ήθελε πολύ να ζήσει μια περιπετειούλα με κάποιον άλλο άντρα (αρραβωνιασμένη). Εγώ της έλεγα ότι κι εγώ θα το ήθελα πολύ (παντρεμένος) αλλά δεν είναι να έχεις εμπιστοσύνη σε καμία. Μου λέει λοιπόν ότι δεν έχω δίκιο και ότι ίσως να υπάρχει κάποια που δεν θα έπρεπε να την φοβάμαι. Το έπαιξα λίγο μαλάκας κι εγώ και τη ρώτησα ποια εννοεί. Τότε εκείνη μου λέει:

-    «Θα σου πω…»

Και σηκώνεται από την καρέκλα της και κατεβαίνει κάτω στο υπόγειο. Μετά από λίγο με φωνάζει να κατέβω κι εγώ κάτω. Δεν έχασα λεπτό σκεπτόμενος μήπως είναι η τυχερή μου μέρα. Μόλις κατέβηκα, με κοίταζε με μισό μάτι. Την ρωτάω:

-    «Τρέχει τίποτα;»

-    «Μάλλον ήρθε η ώρα να κάνουμε τα θέλω μας πραγματικότητα…», απαντά εκείνη.

Και με άρπαξε και με φίλαγε ασταμάτητα! Σε κάποια φάση κώλωσα και της λέω:

-    «Κι αν το μάθουν;»

-    «Έτσι κι αλλιώς, δεν συμφέρει κανένα από τους δυο μας…», μου απαντάει.

(η γυναίκα μου και ο αρραβωνιαστικός της είναι πρώτα ξαδέρφια) και συνεχίσαμε να φιλιόμαστε. Άρχισε λοιπόν ο ένας να γδύνει τον άλλο μέχρι που μείναμε ολόγυμνοι. Έτσι λοιπόν άρχισα εγώ πρώτος να της γλείφω το καυτό υγρό και ξυρισμένο μουνάκι της ασταμάτητα! Όσο εγώ έχωνα την γλώσσα μου και τα δάχτυλα μου μέσα της, εκείνη σπαρταρούσε από καύλα και μου ζήταγε να μη σταματήσω με τίποτα. Είχε λιώσει η κοπέλα! Σπαρταρούσε ολόκληρη!

Τότε, με σπρώχνει με δύναμη στον τοίχο, γονατίζει, πιάνει τον πούτσο μου στα χέρια της και παίζοντας τον πάνω - κάτω τον χώνει και μες στο στόμα της και άρχισε να τον ρουφάει σαν τρελή μέχρι που πίστευα ότι θα πνιγεί τόσο βαθιά που τον έπαιρνε! Δεν άντεχα όμως για πολύ και άρχισα να χύνω το καυτό μου χύσι μέσα στο ερμητικά κλεισμένο στόμα της, μέχρι που δεν έμεινε σταγόνα μέσα στο καυλί μου. Δεν τελειώνει όμως εδώ το πανηγύρι, είχε και δεύτερο ημίχρονο.

Συνεχίζοντας η Νικούλα να έχει τον πούτσο μου στα χέρια της και να τον παίζει και να τον γλείφει σαν γλειφιτζούρι για να τον ξανακάνει πύραυλο… μου ζήτησε λοιπόν να της ξεσκίσω όλες τις τρύπες. Μη χάνοντας καιρό, της κάρφωσα τον πούτσο μου στο πρησμένο και καυτό μουνί της. Μιλάμε για πολύ γαμήσι! Δεν άργησε πολύ μέχρι που μου ζήτησε επίμονα πια να της ανοίξω όσο πάει την κωλοτρυπίδα της. Την γύρισα μπρούμυτα και έπαιξα λίγη ώρα με την γλώσσα μου την τρυπούλα της και την έκανα έτσι να τρέμει ολόκληρη. Ήρθε όμως η μεγάλη στιγμή… Άρχισα να της τον βάζω σιγά - σιγά στην μικρή τρυπούλα της και να την ακούω να βογκάει από πόνο και ηδονή μαζί (δεν είχε ξαναγαμηθεί από τον κώλο) .

Την ένιωθα να χύνει ξανά και ξανά μέχρι που ήμουνα κι εγώ έτοιμος να ξανά αμολήσω τα καυτά μου χύσια. Έτσι, βγήκα τελικά από το ξεσκισμένο πια κωλαράκι της και την γύρισα ανάσκελα και γονάτισε για ένα απεριτίφ. Άρχισα να χύνω σαν σπασμένος αγωγός της ΑΠ πάνω στα βυζιά της, στο στόμα, στα μαλλιά της, μέχρι που την έβαψα ολόκληρη. Τότε ήρθε και η κορύφωση της ιστορίας… Ξαναβουτάει τον πούτσο μου και τον χώνει στο στόμα της αρχίζοντας να το ρουφάει σαν παλαβή. Κάπου εκεί, τον βγάζει από το στόμα και άρχισε να μαζεύει με τα χέρια της ότι χύσιμο είχε πέσει οπουδήποτε αλλού εκτός από το στόμα της και να το καταπίνει με μανία. Τελειώνοντας μου λέει:

-    «Δεν ήθελα να σε αφήσω να φύγεις μη έχοντας πάνω σου έστω και μια σταγόνα από το νέκταρ σου…»

Σηκωθήκαμε, ντυθήκαμε και ανεβήκαμε πάνω. Είχε φτάσει η ώρα να ξανά ανοίξει το μαγαζί χωρίς να το καταλάβουμε. Ανταλλάξαμε αμοιβαία αισθήματα του σκηνικού που ζήσαμε και χαιρετηθήκαμε με την υπόσχεση να μην μείνει τελικά μια περιπετειούλα της μιας φοράς. Άντε να ξαναπάω για δουλειά εγώ τώρα. Πήρα την εταιρία τηλέφωνο και είπα ότι τρακάρισα (με την τύχη μου).

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")