Η πεθερά του αδελφού μου

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το e-mail μου είναι το:

Πριν από ένα μήνα σε κάποιο νησί του αιγαίου παντρευόταν ο αδερφός μου. Έτσι βρέθηκα οικογενειακώς εκεί. Όλες τις ημέρες τρέχαμε με τις ετοιμασίες.

Εγώ γούσταρα να βρίσκομαι κοντά στην καυλιάρα, χήρα, 55άρα μάνα της νύφης μου. Πολύ καλή γυναίκα, σεμνή, αλλά είχε ένα πρόστυχο ύφος. Η συμπεθέρα είναι 1.70, με πιασίματα (όχι χοντρή), κωλάρα που την κούναγε τέλεια, και κάτι βυζάρες που ήθελα πολύ να τις δαγκώσω.

Αγαπημένη οικογένεια, χωρίς πατέρα, με τρία κορίτσια, τα δύο ήδη παντρεμένα. Ο άντρας τις μεγάλης κόρης, μετά το θάνατο του πεθερού του, φρόντιζε την πεθερά του σαν μάνα του -έτσι φαινόταν τουλάχιστον.

Η ημέρα του γάμου έφτασε. Τελείωσε η εκκλησία και πήγαμε στο κέντρο. Φάγαμε και άρχισε το γλέντι. Κάποια στιγμή αργά και ενώ γινόταν χαμός, ο άντρας τις μεγάλης κόρης πήρε την πεθερά και το παιδί της άλλης κόρης να τους πάει στο σπίτι, γιατί ήταν άρρωστο, και να κάτσουν τα παιδιά, όπως είπε η συμπεθέρα, να γλεντήσουν μέχρι το πρωί.

Μετά από πέντε λεπτά, κατάλαβαν ότι η τσάντα με τα πράγματα και τα φάρμακα του παιδιού τα είχαν ξεχάσει εκεί. Τους πήραν τηλέφωνο να γυρίσουν αλλά ο γαμπρός το είχε αφήσει στο τραπέζι. Εγώ επειδή είχα γίνει μούσκεμα ήθελα να πάω να αλλάξω πουκάμισο και με την ευκαιρία θα πήγαινα και τα πράγματα. Η απόσταση ήταν είκοσι λεπτά.

Έφτασα στο σπίτι. Τα κλειδιά ήταν στην πόρτα κι έτσι δεν χτύπησα για να μην ξυπνήσω το παιδί. Μπήκα σιγά - σιγά κι άκουσα περίεργους θορύβους από την κουζίνα. Πλησίασα και είδα το γαμπρό καθισμένο στον καναπέ και την πεθερά του γονατισμένη μπροστά του να του παίρνει πίπα.

Της είχε σηκώσει τη φούστα στη μέση είχε μαζέψει το κιλοτάκι της στη σχισμή του κώλου της και την χάιδευε. Η καυλόγρια βόγκαγε και έπαιζε με τις βυζάρες της. Η καύλα μου είχε φτάσει στα ύψη. Σκεφτόμουν αν ήταν η ευκαιρία να τη γαμήσω κι εγώ. Αποφάσισα να περιμένω λίγο ακόμα.

Μετά από λίγο τη σηκώνει ο τύπος, τη βάζει στα τέσσερα πάνω στον καναπέ κι αρχίζει να την πηδάει.

-    «Ναι, ναι! Έτσι γαμιά μου, έτσι άντρα μου. Δυνατά! Κάνε το μουνάκι της μαμάς να χύσει πάνω στο καυλί σου!», φώναζε.

Μετά από δέκα λεπτά η καριόλα άρχισε να χύνει με σπασμούς. Έβλεπα τα υγρά της να στάζουν πάνω στον καναπέ.

-    «Έλα αγόρι μου να σε γλείψω να χύσεις κι εσύ…», του είπε.

Αλλά ο τύπος της λέει:

-    «Δε θες να γαμήσω και την κωλάρα σου λίγο και μετά;»

-    «Το ξέρεις ότι με τρελαίνει από πίσω, αλλά θα αργήσεις και θα μας καταλάβουν…»

-    «Μην ανησυχείς, κάτι θα βρω…»

Έκατσε στον καναπέ κι αυτή κάθισε με την κωλάρα της πάνω στο καυλί του. Έβλεπα πια καθαρά τη μουνάρα της ανοιγμένη και υγρή. Εγώ είχα βγάλει έξω τον πούτσο μου και τον έπαιζα.

-    «Αχ τι ωραία που με γαμάς αγόρι μου! Έτσι… σκίσε την κωλάρα μου. Δώσε τον πούτσο σου στη μανούλα!»

Ή τώρα ή ποτέ! Το αποφάσισα και μπήκα με τον πούτσο στο χέρι. Όταν με είδαν πάγωσαν. Η καυλόγρια έμεινε ακίνητη με το καυλί του γαμπρού της στο κώλο της.

-    «Μη σταματάτε!», τους είπα. «αυτές είναι ωραίες φάσεις και περνάνε όλοι καλά. Να σας κάνω παρέα ή να φύγω; Ότι και να πείτε εγώ δεν θα μιλήσω σε κανέναν».

Τότε ξεμπλόκαρε ο τύπος.

-    «Έλα κοντά. Όλοι μια οικογένεια είμαστε τώρα…»

Κι άρχισε να κουνιέται μέσα στον κώλο της πεθεράς. Αυτή ακόμα δεν είχε συνέλθει. Την πλησίασα, έπιασα το κεφάλι της και το τράβηξα απαλά πάνω στο καυλί μου. Άρχισε να με γλείφει και να ανεβοκατεβαίνει στον πούτσο του γαμπρού της. Μετά από λίγα τραβήχτηκα και την έσπρωξα προς τα πίσω. Αναγκαστικά ξάπλωσε και ο άλλος.

-    «Τώρα θα νιώσεις δύο πούτσες μέσα σου καυλιάρα!», της είπα.

Αμέσως τότε ο άλλος της έπιασε τις γάμπες και της άνοιξε τα πόδια.

-    «Δεν το έχω ξανακάνει. Δεν μπορώ… μόνο σε τσόντες το έχω δει…», έλεγε.

Η καύλα της όμως, όπως και η δική μας, ήταν τόση που ήταν σα να μη μίλαγε καθόλου. Μπήκα σιγά - σιγά μέσα της μέχρι που ένιωσα τον πούτσο μου να χτυπάει στη μήτρα της. Τρελάθηκε η καριόλα από καύλα.

-    «Γαμήστε με! Πιο δυνατά άντρες μου. Τι καύλα είναι αυτή! Χύνω… χύνωωωωωω η καριόλα! Μη σταματήσετε… Θέλω τις πούτσες σας μέσα μου. Πουτάνα με κάνατε αλλά μ’ αρέσει! Χύνω συνέχεια…»

Το μουνί της έτρεχε σα βρύση. Σταμάτησα και την σήκωσα.

-    «Λίγο ακόμα γαμιά μου, σε παρακαλώ… Γαμήστε με λίγο ακόμα…», παρακάλαγε σα μωρό παιδί.

-    «Τώρα μωρή πουτάνα θα σε γαμήσουμε πάλι αλλά θέλω να γαμήσω κι εγώ την κωλάρα σου!», της είπα.

-    «Ότι θέλεις.. όπου θέλεις. Μόνο γαμήστε με!», έλεγε.

Ήταν εκτός εαυτού. Την έβαλα κι έκατσε με το μουνί πάνω στον πούτσο του άλλου κι εγώ άρχισα να της πηδάω τον κώλο. Της τραβούσα τις βυζάρες, της τσίμπαγα τις ρώγες δυνατά να πονάει, κοκκίνισα τα κωλομάγουλα της από τις σφαλιάρες κι αυτή να χύνει ακόμα πιο δυνατά.

-    «Σου αρέσει μανούλα έτσι όπως σε πηδάμε;», ρώτησε ο γαμπρός της.

-    «Ναι γαμιάδες μου! Με έχετε τρελάνει! Δε θέλω να βγείτε ποτέ από μέσα μου. Γαμήστε με δυνατά ψωλαράδες μου! Χτύπα με κι άλλο καριόλη και σκίσε μου τον κώλο. Χύνω συνέχει η πουτάνα!!!»

Μετά από αρκετή ώρα άρχισε να μας παρακαλάει…

-    «Χύστε με γαμιάδες μου, χύστε με! Δεν αντέχω άλλο… θα πεθάνω από το πολύ γαμήσι! Χύστε με σας παρακαλώ… δώστε μου τα καυλιά σας να τα ρουφήξω όλα!!!»

Δεν υπήρχε άλλη αντοχή από κανέναν. Βγήκαμε από μέσα της κι αρχίσαμε να γαμάμε το στόμα της εναλλάξ. Πρώτος έχυσε ο γαμπρός της και η πουτάνα τα ήπιε όλα. Ήταν τόσο μεγάλη η καύλα μου που ήθελα να τον χώσω μέχρι το στομάχι της και να τη χύσω. Χτύπαγα δυνατά το καυλί μου μέσα στο λαρύγγι της κι όταν άρχισα να χύνω έμεινα καρφωμένος μέσα της.

Δάκρυσαν τα μάτια της και γούρλωσαν. Παραλίγο να πνιγεί αλλά ήταν τέτοια η καύλα μου που δεν έπαιρνα χαμπάρι τίποτα. Τα κατάπιε όλα. Την αφήσαμε μισοπεθαμένη στον καναπέ και φύγαμε για το κέντρο. Μουτζουρώσαμε τα χέρια μας και είπαμε ότι πάθαμε λάστιχο κι όλα καλά.