Όταν το πάθος υπερισχύει της λογικής (1ο μέρος)

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Βλέποντας τυχαία ολόγυμνη τη θεία Αλίκη

Με λένε Δημήτρη μεγάλωσα σε κάποιο νησί με μεγάλη τουριστική κίνηση όλο τον χρόνο μαζί με την κατά ένα χρόνο μικρότερη αδελφή μου, την Νατάσσα που έμοιαζε καταπληκτικά στην μάνα μου. Οι γονείς μου διατηρούσαν από το 1985 μαζί με την δίδυμη αδελφή της μάνας μου την Αλίκη μεγάλη σύγχρονη ξενοδοχειακή μονάδα, ενώ ξεκίνησαν και το κτίσιμο μιας δεύτερης το 1990.

Το 1990 στα 18 μου χρόνια ήμουνα ένα ψηλό μελαχρινό γοητευτικό και όμορφο αγόρι (έμοιαζα καταπληκτικά με τον πατέρα μου που ήταν ομορφάνδρας), με γυμνασμένο και πολύ γεροδεμένο κορμί, που το διατηρώ μέχρι και σήμερα αλλά με λιγότερα μαλλιά και 5 κιλά πιο παχύς. Ήταν Αύγουστος του 1990 και στο νησί είχαν έρθει όπως κάθε χρόνο για διακοπές η δίδυμη αδελφή της μάνας μου της Άννας, η Αλίκη 37 χρονών μαζί με τον άνδρα της, τον Σταύρο 50 χρονών, συμμαθητές και φίλοι με τον πατέρα μου τον Χρήστο 50 χρονών (μοναχογιοί και οι δυο) με τις κόρες τους την Ελένη 20 χρονών αρραβωνιασμένη με τον Πέτρο 28 χρονών, επιχειρηματία στο νησί μας, και την Σοφία 17 χρονών μαθήτρια στη Γ Λυκείου.

Η μάνα μου, η αδελφή μου, η θεία μου και οι εξαδέλφες μου έχουν ύψος από 1.68 εκατοστά μέχρι 1.75 εκατοστά και βάρος από 50 κιλά μέχρι 55 κιλά, η κάθε μια τους, με στητά και πολύ σφριγηλά στηθάκια, κοιλίτσα πλάκα και μεσούλα δακτυλίδι που στηρίζει τα πιο όμορφα κωλομαγουλάκια που μπορεί να δει κανείς σε γυναίκα, σωστές καλλονές (το ίδιο διατηρούνται μέχρι και σήμερα, εκτός από τις δίδυμες). Τέλη Αυγούστου βγήκαν τα αποτελέσματα των Πανελληνίων και πέτυχα στην ίδια σχολή που φοιτούσε η εξαδέλφη μου η Ελένη (θα πήγαινε στο τρίτο έτος) στην σχολή Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων (ΟΔΕ) μια από τις καλύτερες και παλαιότερες οικονομικές σχολές των Αθηνών. Οι γονείς μου αποφάσισαν να μείνω στην θεία Αλίκη μέχρι την επόμενη χρονιά που θα έδινε εξετάσεις και η αδελφή μου η Νατάσσα.

Έτσι πήγα και έμεινα με τους θείους μου και τις εξαδέλφες μου στο ιδιόκτητο σπίτι τους μια διώροφη μεζονέτα στην Κηφισιά. Την Αλίκη τη θεωρούσα σαν μεγάλη μου αδελφή, δεν είχα μυστικά από αυτήν και συζητούσαμε ελεύθερα τα πάντα. Γνώριζε ότι ήμουν παρθένος ακόμη και ότι δεν είχα κορίτσι, γιατί με ενδιέφερε η επιτυχία στο Πανεπιστήμιο. Με συμβούλευε λέγοντας ότι δεν πρέπει στη ζωή να βιάζω τα πράγματα και όλα θα γίνουν όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή. Κάθε πρωί φεύγαμε όλοι μαζί, ο θείος Σταύρος για την βιοτεχνία που διατηρούσε, η Ελένη με μένα για τη σχολή μας και η Σοφία για το σχολείο της.

Η ζωή κυλούσε ομαλά, μέχρι εκείνη την μοιραία Τρίτη 20 Νοέμβρη του 1990, που άλλαξε την ζωή όλης της οικογένειας μας. Είχα ξεχάσει φεύγοντας από το σπίτι να πάρω μια εργασία που είχαμε και όταν το αντιλήφθηκα είχαμε ήδη φθάσει με το αυτοκίνητο της Ελένης στη σχολή. Επειδή η Ελένη είχε μάθημα πήρα ταξί και γύρισα στο σπίτι να πάρω την εργασία μου. Φθάνοντας στο σπίτι άνοιξα την πόρτα και φώναξα Αλίκη είμαι ο Δημήτρης, γύρισα να πάρω την εργασία μου που ξέχασα και φεύγω αμέσως.

Δεν πήρα καμιά απάντηση και υπολόγισα ότι θα έχει πάει για ψώνια, οπότε ανέβηκα στο δωμάτιο μου στο δεύτερο όροφο, πήρα την εργασία μου και ξεκινώντας να φύγω άκουσα ένα μικρό θόρυβο κάτι σαν σούρσιμο στο απέναντι δωμάτιο το δωμάτιο των θείων μου, και πλησιάζοντας την μισάνοικτη πόρτα είδα την Αλίκη που ασφαλώς δεν είχε πάρει είδηση ότι είχα επιστρέψει, με τα μεγάλα ωραία πράσινα μάτια της να τελειώνει το βούρτσισμα των μακριών μέχρι την πλάτη της φυσικών ξανθιών μαλλιών της, να βγάζει την ροζ ρόμπα της, το δαντελένιο άσπρο κιλοτάκι της και το άσπρο σουτιέν της να τα πετά στο κρεβάτι και να μένει ολόγυμνη φανερώνοντας ένα κορμί με τέλειες αναλογίες.

Από το συρτάρι του κομοδίνου πήρε μια κρέμα και όρθια άρχισε να αλείφει με αυτήν τα στητά βυζιά της περνώντας τις παλάμες της πάνω από τις μαύρες θηλές της, τα πόδια της, την πλάτη της όσο μπορούσε, τη μέση της, τα κωλομέρια της και μετά δίνοντάς μου την χαριστική βολή αφού έσκυψε να βάζει κρέμα στα πόδια της μέχρι κάτω και χωρίς να σηκωθεί και από την πίσω πλευρά μέχρι επάνω ανάμεσα στα κωλομάγουλα της, αφήνοντάς με εμβρόντητο από την έκπληξη. Ενστικτωδώς δεν φώναξα.

Στη συνέχεια βλέπω την Αλίκη να κουνάει πουτανιάρικα στον καθρέφτη τον κώλο της, να τον τουρλώνει, να τον ανοιγοκλείνει με τα χέρια της, να σαλιώνει το μικρό δαχτυλάκι της και να χαϊδεύει την κωλοτρυπίδα της που φαινόταν να είναι μικρή και σφιχτή, να τρίβει δυνατά την κλειτορίδα της παίζοντας με αυτήν, να ανοίγει τα μουνόχειλα του άτριχου μουνιού της και να καρφώνει μέσα το μεσαίο δακτυλάκι της, έτσι ώστε να πάρει αυτό λίγη γλύκα από το μουνάκι της και να κουνάει στον καθρέπτη τα κάτασπρα στητά ζουμερά βυζιά της με τις μεγάλες μαύρες θηλές, να τα ζουλάει, να τα σφίγγει και να τσιμπάει τις θηλές της, να τρίβει μεταξύ τους τα δυο στήθια της με αποτέλεσμα να αρχίσει να βογκάει απαλά από την καύλα.

Μετά να ξαπλώνει ολόγυμνη όπως ήταν πάνω στο κρεβάτι και με κλειστά τα μάτια της να αρχίσει να χαϊδεύει με το ένα χέρι της τα σφριγηλά βυζιά της τραβώντας δυνατά τις θηλές τους και με το άλλο χέρι της να χαϊδεύει την κλειτορίδα της που άρχισε να διογκώνεται και να γίνεται σαν μια μικρή λεπτή πούτσα βγάζοντας σιγανά βογκητά και κάνοντας όλο και πιο γρήγορη την κίνηση του χεριού της έχωσε δύο δάκτυλα μέσα στο άτριχο μουνάκι της και ρυθμικά το γαμούσε με αυτά, ενώ τα βογκητά της δυνάμωναν και το σώμα της τινάζονταν από την καύλα που ένιωθε.

Η καύλα της είχε αγριέψει αρκετά και χωρίς να ανοίξει τα μάτια της παίρνει ένα μικρό πλαστικό πούτσο από το συρτάρι του κομοδίνου, φτύνει στα δάχτυλα του χεριού της και αρχίζει με αυτά να τρίβει την κλειτορίδα της, ενώ ταυτόχρονα με αργές αλλά σταθερές κινήσεις βάζει τον πλαστικό πούτσο στο ορθάνοικτο σαν τριαντάφυλλο από την καύλα μουνάκι της και αρχίζει να τον βάζει και να τον βγάζει στην αρχή σιγά – σιγά και μετά με δύναμη, μέχρι που το αποτέλεσμα δεν αργεί να φτάσει, και βλέπω τα υγρά της να ξεχωρίζουν και να τρέχουν σαν σιγανό ποταμάκι προς την κωλοτρυπίδα της.

Τελικά καρφώνει τον πλαστικό πούτσο μέσα στο βάθος του μουνιού της εξαφανίζοντάς τον μέσα του, έτσι ώστε να φαίνεται μόνο η μαύρη άκρη του, σαν να είναι ταπωμένο με φελλό. Το θέαμα ήταν τόσο ερεθιστικό που δεν άντεξα να δω περισσότερα και λόγω της ατέλειωτης καύλας που με έπιασε, χωρίς να το καταλάβω και να μπορώ να ελέγξω τον εαυτό μου, έβγαλα τον πούτσο μου που ήταν έτοιμος να εκραγεί και τραβώντας μαλακία πλησίασα αθόρυβα στο κρεβάτι βάζοντας το άλλο χέρι μου πάνω στο υγρό μουνάκι της θείας μου.

Η Αλίκη βρισκόταν σε τέτοια έκσταση που δεν καταλάβαινε τι έκανε, και βγάζοντας τον πλαστικό πούτσο άρχισε με το χέρι της να ζουλάει το χέρι μου πάνω στη διογκωμένη κλειτορίδα της ενώ εγώ άρχισα με τα δάχτυλά μου να της την τρίβω με δύναμη. Μετά κατέβασε το χέρι μου πιο κάτω και το έβαλε ανάμεσα στα πόδια της, το έσφιξε και άρχισε να κουνιέται τρελά και καυλιάρικα, ενώ το κορμί της τινάζονταν από την καύλα που ένοιωθε.

Δυστυχώς για μένα δυο λεπτά ήταν αρκετά για να συνειδητοποιήσει η θεία μου τι γινόταν και αμέσως σηκώνει όρθιο το κορμί της βάζοντας ένα μαξιλάρι στην πλάτη της, λέγοντάς μου, Δημήτρη τρελάθηκες, τι πας να κάνεις, πως μπήκες στο δωμάτιό μου, μίλα ανάθεμα σε, πες μου τι ζητάς εδώ, τι θέλεις από μένα, μήπως ήθελες να με βιάσεις, ξεχνάς ότι είσαι ανιψιός μου, και επειδή συνέχισα να της χαϊδεύω το κορμί ακόμη πιο έντονα προσπαθώντας να βάλω το μεσαίο μου δάχτυλο στο μουνί της, μου έδωσε ένα δυνατό χαστούκι και με έσπρωξε με όλη της τη δύναμη φωνάζοντας αγριεμένη και θυμωμένη:

-    «Δημήτρη σύνελθε! Δεν ντρέπεσαι να θέλεις να γαμήσεις τη θεία σου;»

Εκείνη τη στιγμή παρακαλούσα να ανοίξει η γη και να με καταπιεί, και κατεβάζοντας το πρόσωπό μου από ντροπή ία ψελλίζοντας:

-    «Αλίκη, σου ζητώ συγνώμη, αλλά νομίζω ότι δεν φταίω μόνο εγώ…»

Και κάνοντας στροφή έφυγα όσο μπορούσα πιο γρήγορα από το δωμάτιο και στη συνέχεια από το σπίτι. Πήγα στη σχολή, έδωσα την εργασία μου και στη συνέχεια έκανα μία πολύ μεγάλη βόλτα στο κέντρο της Αθήνας και αφού ήπια μερικά ποτά σε ένα μπαράκι της Πλάκας, σκεπτόμουνα τις συνέπειες που θα είχα αν μίλαγε η θεία μου στο θείο μου και στους γονείς μου. Γύρισα σπίτι πολύ αργά το βράδυ και ευτυχώς που όλοι κοιμόντουσαν, οπότε πήγα στο δωμάτιό μου σαν βρεγμένη γάτα και ξάπλωσα στο κρεβάτι μου φορώντας όπως κάθε βράδυ μόνο το σλιπάκι μου για ύπνο.

Δεν μπορούσα όμως να κοιμηθώ, γιατί στο μυαλό μου είχα ακόμη ζωντανή την εικόνα της θείας μου που είδα το πρωί, να σκύβει να μου δείχνει το όμορφο γυμνό κορμί της, το με σχεδόν άτριχο ποθητό μουνάκι της με τα ανοιχτά σαν τριαντάφυλλο μουνόχειλα της και τον καυλιάρικο κώλο της με τα προκλητικά κατάλευκα κωλομέρια που τα χώριζε μια υπέροχη χαράδρα. Είναι γεγονός ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή ποτέ δεν μου πέρασε από το μυαλό ότι θα μπορούσα να κάνω έρωτα στη θεία μου ή σε κάποιο άλλο συγγενικό μου πρόσωπο, αφού ήμουν κάθετα αντίθετος όταν άκουγα τέτοιες ιστορίες, αλλά όπως λέει ο λαός μεγάλη μπουκιά φάε μεγάλη σκέψη μην κάνεις.

Άρχισα να παίζω με τον πούτσο μου που είχε σκληρύνει και έβλεπα τον εαυτό μου όπως στις τσόντες, να μπαίνω στο δωμάτιο της να τη γδύνω, να την γλείφω, να βάζω τη γλώσσα μου στο μουνάκι της, να ρουφάω τα μουνόχειλα της, να γαμάω το άτριχο μουνάκι της, να γονατίζω πίσω της για να ανοίξω τα υπέροχα κωλομάγουλα της και να της βάζω κωλοδάχτυλο και να της γαμάω το κωλαράκι της. Ήταν τόσο ρεαλιστική η φαντασίωσή μου, που ήταν σαν να την άκουγα να βογκάει άγρια χύνοντας τα υγρά της μέσα στο στόμα μου ή τα υγρά της να λούζουν την πούτσα μου.

Όπως ήμουν ξαπλωμένος με τον πούτσο στο ένα χέρι και με το άλλο να χαϊδεύω τα ξυρισμένα μου αρχίδια άρχισα να χύνω και τα χύσια μου να πετάγονται λίγο προς τα πάνω και μετά να προσγειώνονται πάνω στο στομάχι μου τα πόδια μου και το στήθος μου. Συνέχισα ακόμη λίγο να παίζω τον πούτσο μου και μετά αφού τον σκούπισα με ένα χαρτομάντιλο που πήρα δίπλα από το κομοδίνο αποκοιμήθηκα.

Συνεχίζεται…