Η ξαδέρφη μου το μωρό μου (2ο μέρος)

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Φεύγοντας από το δωμάτιο με το χαμόγελο στα χείλη πήγα στην τουαλέτα να πλυθώ από τα υγρά της που είχαν πλημμυρίσει το καυλί μου και να κάνω ένα μπανάκι για να χαλαρώσω. Μόλις τελειώνω περνώ το μπουρνούζι, βγαίνω και την πετυχαίνω έξω από το μπάνιο.. Με κοίταξε στα μάτια μ’ εκείνα τα μάτια όλο τρέλα, με το μπουρνούζι της και μου λέει:

-    «Αχ! Σε νιώθω ακόμα μέσα μου μωράκι μου…»

Μου σκάει ένα γλωσσόφιλο και μπαίνει μέσα για μπάνιο κι εκείνη. Πάω στην κουζίνα να μαζέψω σφαίρα τα πράγματα που ήταν άνω - κάτω γιατί σαν χωριό όλο και κάποιος λέω θα έρθει, μην ψυλλιαστούνε τίποτα.. Μόλις τελειώνω, ανοίγω την τηλεόραση να παίζει (πάντα έτσι κάνω) για να την ακούω και κοιτάω προς το μπάνιο. Τι να δω; Εκείνη είχε τελειώσει το μπάνιο και ήταν στην πόρτα τρίβοντας το μουνάκι της και λέγοντας:

-    «Αχ! Σε θέλω ξανά μέσα μου γαμιά μου… να με σκίσεις!»

Εγώ βέβαια τρελάθηκα και πάω να μπω εκεί, αλλά ακούω εκείνη την στιγμή κουδούνι.. Πω πω, λέω, κόσμος! Και ευτυχώς που είχα τις κουρτίνες κλειστές γιατί θα γινόμασταν βούκινο. Λέω στην Μαρία να μπει μέσα στο δωμάτιο της και ανοίγω την πόρτα εγώ. Ήταν ο μπάρμπας μου ο Σωτήρης.

-    «Γεια σου θείε. Τι κάνεις;»

-    «Καλημέρα Δημήτρη. Όλα καλά. Εδώ, ήρθα μια βόλτα γιατί η θεία σου καθαρίζει και με έδιωξε…»

Ρίχνω ένα νευρικό γέλιο εγώ βρίζοντας τον μέσα μου που μου τα χάλασε, αλλά τέλος πάντων του λέω να κάτσει έξω που έχει δροσιά και να του κάνω έναν καφέ. Πάει, κάθεται και πάω να ετοιμάσω τους καφέδες. Μόλις τους πάω με ευχαριστεί ο μπάρμπας και του λέω να φέρω και νερό. Μπαίνω μέσα, βάζω τα νεράκια και ανοίγει η πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Έχασα τα λόγια μου μόλις την είδα! Φόραγε μια μπλουζίτσα στενή που τόνιζε το στήθος της και ένα κολλητό τζινάκι φούστα (πεθαίνω γι’ αυτά) και έρχεται προς το μέρος μου..

-    «Ποιος ήρθε;», με ρωτάει.

-    «Ο θείος μας ο πρήξας, ο Σώτης!», της λέω χαμηλόφωνα.

-    «Δεν πειράζει… Πάμε έξω και μόλις φύγει έχουμε όλο το σαββατοκύριακο δικό μας μωρό μου…», μου λέει.

Μου σκάει ένα φιλάκι ακόμα και πάμε έξω στον θείο. Την αγκαλιάζει, την φιλάει κι άρχισε να ρωτάει τι κάνουμε κι αυτά… Μιλάγαμε για το χωριό, για το πως αλλάξαμε, για τις δουλειές μας και διάφορα.. Εκείνος παρέλειψα να σας πω ότι είναι πρήξας και προσπαθεί να ανακατεύεται σε διάφορα.. Σε κάποια στιγμή λέει το Μαράκι ότι πάει μέσα ένα λεπτό. Της κλείνω εγώ το μάτι και μετά από ένα λεπτό φωνάζει:

-    «Δημήτρη! Έλα λίγο μέσα…»

Λέω στον θείο ότι πάω μέσα και μου λέει ok εκείνος. Πάω μέσα και με τραβάει μέσα στην κουζίνα η Μαρία.

-    «Έλα μωράκι μου… τι θέλεις;», την ρωτάω.

Μου δίνει ένα γλωσσόφιλο όλο υποσχέσεις, αφού με έχει αγκαλιάσει με όλη την ζεστασιά που είχε, και μου κλείνει το μάτι λέγοντας μου να πάω έξω. Μόλις βγαίνω βλέπω τον θείο να κοιτάει κάτι φυτά και μου λέει:

-    «Μήτσο, τα φυτά θέλουν κλάδεμα γιατί είναι παραμελημένα. Πάω σπίτι και θα έρθω πιο μετά…»

-    «Έγινε θείε. Τα λέμε μετά…», του λέω εγώ.

Τον χαιρετάω και φεύγει. Μπαίνω μέσα στο σπίτι και δεν την βλέπω.. Κλείνω την πόρτα και πετάγεται από πίσω εκείνη, με αγκαλιάζει, μου πιάνει τα μάγουλα με τα χεράκια της και με φιλάει σαν να μην υπάρχει τέλος. Ήμασταν ένα εκείνη την στιγμή… τίποτα δεν μας το χάλαγε. Την τραβάω εκεί στο καναπεδάκι δίπλα στο παράθυρο και συνεχίσαμε να φιλιόμαστε.. Αλλά δεν κράτησε για πολύ.. Εκείνη την στιγμή ακούω ένα χτύπημα στο παράθυρο και βλέπω το θείο μου. Η ξαδέρφη εντωμεταξύ είχε τραβήξει λίγο την κουρτίνα και μπορεί να μας έβλεπε εκείνος. Επιτόπου πέφτουμε κάτω στο πάτωμα και πάω εγώ προς την μεριά του παράθυρου που η κουρτίνα ήταν λίγο κλειστή και η ξαδέρφη κάτω από το παράθυρο.. Την ακούω να λέει:

-    «Τι θέλει πάλι ο μαλάκας; Μας έχει ζαλίσει!»

Ποια; Η Μαρία που ποτέ δεν έβριζε! Ανοίγω το παράθυρο την στιγμή που κοιτάει αλλού και τον βλέπω.. Μου λέει:

-    «Σου έκοψα τις τριανταφυλλιές που ήθελαν λίγο κλάδεμα…»

-    «Ok θείε, καλά έκανες!», του λέω.

-    «Και ήθελα να σου πω τι θα κάνεις για να μην ξεραθούν…», μου λέει πάλι.

Εγώ ετοιμάζομαι να τον αρχίσω στα καντήλια αλλά νιώθω κάτι να κουνιέται ανάμεσα στα πόδια μου… δεν μπορούσα να κοιτάξω όμως για να μην καταλάβει.. Ο θείος συνέχιζε να μιλάει αλλά εγώ δεν τον παρακολουθούσα γιατί νιώθω το σορτσάκι μου να τραβιέται κάτω με το σώβρακο μου και ένα στόμα να έχει πάρει την πούτσα μου όλη μέσα. Ανοίγω διάπλατα τα μάτια παίρνω ένα χαμόγελο επιτυχίας και του λέω:

-    «Ναι θείε, όντως έχεις δίκιο. Έχουμε θέμα εδώ..», γιατί έλεγε ότι έχουν ψιλο-πρόβλημα τα φυτά αλλά εγώ εννοούσα άλλο..

Και συνέχισε έτσι να μιλάει αλλά εμένα μου γίνει πύραυλος από το καυλοτσιμπούκι της Μαρίας και να κρατιέμαι να μην χύσω.. Άρχισα να ιδρώνω και να κουνιέμαι για να μην χύσω αλλά η πουτάνα εκεί έκανε το έργο της τέλεια.. Τότε λέω του θείου:

-    «Θείε πάω μέσα γιατί έχω κάτι δουλειές. Τα λέμε μετά…»

-    «Άντε, πήγαινε και καλή δύναμη!!!», μου λέει.

Μόλις φεύγει, κλείνω τα παράθυρα, την βλέπω να με τσιμπουκώνει και να με κοιτάει στα μάτια. Και τότε της λέω:

-    «Τι τσιμπούκι είναι αυτό μωρό μου; Με απογείωσες!!!»

Ύστερα από λίγο φωνάζω:

-    «Χύνωωωωωω!!!»

Και της τα ρίχνω. Πρέπει μιλάμε να ήταν ένα λίτρο χύσι στο στόμα.. αυτή το βάζει τελείως μέσα και τα ήπιε όλα, δεν άφησε σταγόνα. Μετά το βγάζει από το στόμα και γλειφότανε στα χείλια. Την σηκώνω, την ξαπλώνω στον καναπέ, κατεβάζω την φούστα και αρχίζω και της κάνω το καλύτερο γλειφομούνι της ζωής μου.. Το έγλειφα, το πίεζα, το μάλαζα, την είχα φέρει σε κορύφωση.. Εκείνη να με παρακαλάει:

-    «Αχ! Σκίσε με γαμιά μου! Γάμα το μουνάκι της ξαδέρφης σου και μην το τυραννάς… Αχ! Ναι, ναι..»

Συνεχίζω να την γλείφω και τότε τραντάζεται σαν ψάρι και μου δίνει τα υγρά της στο στόμα.. Τότε μου λέει:

-    «Γλείφτα μωράκι μου τα υγρά του μουνιού μου είναι πιες τα όλα!»

Εγώ έκανα ότι υπάκουσα και όπως ήταν εκείνη με κλειστά τα μάτια, της βάζω το καυλί μέσα.. Το πήρε όλο μέσα. Παραληρούσαμε και οι δύο…

-    «Αχ! Ναι! Σκίσε με καυλιάρη! Αχ! Τι καύλα είσαι εσύ!!!», μου έλεγε εκείνη.

-    «Πάρ’ τον μωρή καριόλα! Είσαι το πουτανάκι μου. Θα σε γαμάω όλο το σαββατοκύριακο έτσι. Θα σε ξεπατώσω..!!!», της έλεγα εγώ.

Μετά με γυρίζει να είναι αυτή από πάνω, με καβαλάει και κουνιέται πέρα - δώθε και χώνει τα βυζιά της πάνω στο στόμα μου. Εγώ να τα γλείφω, να τα δαγκώνω, κι εκείνη να φωνάζει και να κουνιέται πάνω μου. Συνέχισα να την σκίζω και ύστερα από πέντε λεπτά φωνάζω:

-    «Χύνω καυλάρα μου, χύνωωωωωω!!!»

Και μάλλον με άκουσαν όλοι στην γειτονιά. Εκείνη με έσφιξε γύρω της και τα ‘ριξα όλα στην μήτρα της με εκείνη να φωνάζει:

-    «Δώστα μου όλα στην μήτρα μου καριόλη! Γέμισε με, με σπέρμα μωρό μου!»

Τελειώνω μέσα της και με φιλάει στο στόμα. Μου λέει:

-    «Είσαι το μωράκι μου. Όλες τις μέρες θέλω να με πηδάς, να χορτάσω γαμήσι μωράκι μου!»

Και μου δίνει ένα γλωσσόφιλο όλο καύλα..

-    «Τώρα που σε βρήκα δεν σε χάνω. Θα είμαστε μαζί, θα είμαστε ένα για πάντα!», της λέω.

Γαμιόμασταν σαν τρελοί εκείνες τις μέρες και τις επόμενες φορές μου έδωσε και το κωλαράκι της να το ξεπαρθενέψω, αλλά αυτό θα σας στο πω στο επόμενο μέρος...

 

(Copyright protected OW ref: 7232)