Η ξαδέρφη μου το μωρό μου

κατηγορία Ερωτικές Ιστορίες ΟΙΚΟΓΕΝEΙΑΚΕΣ
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Καλησπέρα σας. Είμαι ο Δημήτρης, είκοσι ετών και θα σας περιγράψω την ιστορία με την ξαδέρφη μου. Εγώ είμαι 1.83, 89 κιλά, με γκριζοπράσινα μάτια. Από μικρός ήμουν παχουλός αλλά από τα δεκαεπτά και μετά άρχισα γυμναστήριο και κολύμβηση και έχασα αρκετά κιλά και έκανα ένα αρκετά ωραίο σωματάκι.

Έχω μια ξαδέρφη την Μαρία 28 ετών ξανθιά πρασινομάτα με κώλο πεταχτό βυζάρα νούμερο 5. Πάντα από μικρός που ήμουν την γούσταρα πολύ από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου να κάνουμε μπάνιο μαζί μετά την θάλασσα εκεί στο χωριό μας. Όποτε την έβλεπα καύλωνα σε δευτερόλεπτα και ήθελα να την γαμήσω αλλά δεν έδειχνε να το θέλει και η ίδια, αν και μιλάγαμε συνέχεια, με χάιδευε μικρό και τέτοια. Οπότε πίστευα ότι δεν πρόκειται να γίνει ποτέ κάτι. Αλλά η ζωή είχε άλλα σχέδια…

Πριν δυο μήνες πήρα το καινούργιο μου αμάξι και ήθελα να το γιορτάσω να το δοκιμάσω, και είπα να πάω στο χωριό μου, που μια που έλειπαν οι παππούδες μου από ‘κει θα είναι άδειο και θα είναι τέλεια. Λέω του αδερφού μου:

-    «Δεν έρχεσαι κι εσύ παρέα; Μόνοι θα είμαστε, θα χτυπήσουμε κανένα μουνάκι και θα ‘ναι γαμάτα!»

Αλλά εκείνος είχε δουλειά οπότε δεν μπορούσε να έρθει. Εκείνη την μέρα (Πέμπτη) εντωμεταξύ ήταν τα γενέθλια της ξαδέρφης. Ντύνομαι εγώ, αν και σπασμένος γιατί έβλεπα ότι μάλλον θα πήγαινα μόνος χωριό γιατί και οι φίλοι μου δούλευαν. Ξεκινάω για τα γενέθλια της. Φτάνουμε εκεί και μόλις μας ανοίγει, την βλέπω με ένα φόρεμα σκιστό στα πόδια να τονίζει τις μπουτάρες της και βαθύ ντεκολτέ. Εγώ εκείνη την στιγμή είδα το «φως»! Μου έγινε κάγκελο αλλά προσπάθησα να μην το δείξω.

Μπαίνουμε μέσα, την χαιρετάνε όλοι, και πάνε να κάτσουν. Τότε μου λέει:

-    «Εσύ Δημήτρη μου δεν θα με χαιρετίσεις;»

-    «Εγώ τελευταίος Μαράκι μου πάντα για να σε κρατήσω στην αγκαλιά μου…», της λέω.

Χαμογελάει αυτή.

-    «Πάμε μέσα…», μου λέει. «Έχουμε καιρό να τα πούμε…»

Έρχεται και μας ρωτάει τι θέλουμε να πιούμε και το φέρνει. Δεν είχε κόσμο, λίγα άτομα ήμασταν. Εντωμεταξύ η ξαδέρφη μου είναι παντρεμένη αλλά ο άνδρας της είναι ναυτικός 32 ετών και λείπει συνέχεια. Την επόμενη μέρα όπως έμαθα θα έφευγε εκείνος. Καθόμαστε, μιλάμε όλοι μαζί, πίνουμε, γελάμε, της λέω για την δουλειά και το αμάξι και ψάχνω να βρω ευκαιρία να μιλήσουμε αλλά μία ο άνδρας της και ο κόσμος, μία το ότι η κουζίνα και το σαλόνι είναι ένα, δεν μου έδινε περιθώρια. Ούτε εκείνη έκανε κουβέντα. Κατά τις τρεις η ώρα που φεύγαμε, τότε μου λέει να κάτσω για να φτιάξω το υπολογιστή της που κόλλησε και το είχε ξεχάσει.

-    «Ότι θες ξαδερφούλα!», της λέω.

Ο άνδρας της πήγε για ύπνος λέγοντας μου:

-    «Να προσέξεις τον υπολογιστή. Εγώ πάω για ύπνο γιατί έχει ταξίδι αύριο…»

-    «Ok!», του λέω εγώ.

Καθόμαστε και τότε αρχίσει το γλέντι…

-    «Που είναι ο υπολογιστής Μαράκι;»

-    «Εδώ. Μισό λεπτάκι να τον φέρω…», μου λέει.

Πάει τον φέρνει και κάθεται σταυροπόδι. Εκείνη την στιγμή άνοιξε το βλέμμα μου κι έπεσε πάνω στις ποδάρες της στιγμιαία, μετά στα μάτια της και στο laptop. Το ανοίγω, το φτιάχνω σε κάτι προγραμματάκια που ήθελε, το κλείνω και τότε αρχίζουμε την κουβέντα.

-    «Πολύ ωραίο παιδί έγινες Δημήτρη μου!»

-    «Σε ευχαριστώ Μαρία. Κι συ είσαι πολύ όμορφη! Δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω σου…»

-    «Το εννοείς;», μου λέει.

-    «Εννοείται!», της απαντώ. «Αφού είσαι πολύ ωραία κοπέλα! Πολύ τυχερός ο Νίκος που σε έχει!»

-    «Μπα…», μου λέει. «Εκείνος όλο ταξίδια είναι και όταν πρόκειται για μένα τίποτα. Έχουμε να κάνουμε σεξ ένα χρόνο, από την επέτειο του γάμου μας…»

Εγώ κάγκελο καθώς λέει τι κάνει ο μαλάκας. Έχει τόσο ωραίο μουνί και το γράφει στα τέτοια του;

-    «Εγώ αν ήμουν στην θέση του δεν θα σε άφηνα σε ησυχία τόσο ωραία και καλή κοπελάρα!», της λέω.

Αμέσως τα μάτια της έλαμψαν και τα χείλια της πήραν ένα χαμόγελο επιβεβαίωσης. Τότε μου λέει:

-    «Ευχαριστώ πολύ!», και μου ρίχνει ένα φιλάκι στο μάγουλο.

-    «Τώρα που θα φύγει ο Νίκος τι θα κάνεις;», της λέω.

-    «Τι να κάνω; Σπίτι, δουλειά… Αφού δεν έχω κανέναν να πάω βόλτα. Οι φίλες μου πήγαν Ρώμη αλλά δεν μπορούσα να πάω…»

-    «Έλα βρε στο χωριό μαζί μου. Θα πάμε να κάτσουμε, να αράξουμε, λεφτά έχουμε δόξα ο Θεός, θα βρούμε και τα φιλαράκια από το χωριό…»

-    «Αλήθεια το λες αυτό; Με θες για παρέα;»

-    «Βέβαια κούκλα μου, εννοείται!»

-    «Ωραία! Θα πάω να αφήσω τον άνδρα μου αύριο στον Πόρο για να φύγει και έρχομαι. Ετοιμάζω βαλίτσες!»

Εγώ πετάω από την χαρά μου και της λέω:

-    «Ναι! Τέλεια!»

Την χαιρετάω και ήμασταν πολλή ώρα αγκαλιά και μόλις έφυγα με ξαναφίλησε στο μάγουλο κοιτώντας με στα μάτια, λέγοντας μου:

-    «Αχ! Ο μικρός μου ξάδερφος έγινε ένα κουκλί!»

Την ευχαριστώ εγώ και ανταποδίδω λέγοντας:

-    «Εσύ είσαι κουκλάρα!»

Χαμογελάει, της χαϊδεύω τα μαλλιά και φεύγω. Όλη την ώρα στο αμάξι δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα άλλο εκτός από αυτήν. Έβαλα το κλιματιστικό και πήγα σπίτι. Έφτασα σπίτι και στριφογυρνούσα στο κρεβάτι σκεφτόμενος ότι η κοπέλα είναι κουκλάρα και πως μπορεί ο μαλάκας να την αφήνει έτσι… Τελικά με πήρε ο ύπνος κατά τις τέσσερις. Μόλις σηκώνομαι κατά τις έξι, ετοιμάζω τα πράγματα, πάω στη δουλειά και γυρίζω κατά τις τρεις. Στο δρόμο είχα τηλεφώνημα από εκείνη. Βάζω το κινητό στην ανοιχτή ακρόαση και ακούω:

-    «Γεια σου Δημητράκο!»

Εκείνη την στιγμή ήθελα να πετάξω! Ένιωσα θεός! Της λέω:

-    «Γεια σου Μαράκι μου, τι κάνεις; Πως πήγε η μέρα σου;»

-    «Καλά. Έκανα κάτι βλαμμένες υποχρεώσεις που είχα (κατάλαβα, για τον άνδρα της έλεγε) έβαλα άδεια τρίμερο, και ετοίμασα βαλίτσες για χωριό. Πότε φεύγουμε;»

-    «Τώρα κουκλίτσα μου. Πάω να χαιρετίσω τους δικούς μου κι έρχομαι!»

-    «Ok, πες στους θείους ένα γεια από μένα…»

-    «Ok. Φιλάκια πολλά Μαράκι. Έρχομαι σφαίρα!»

-    «Φιλάκια κουκλί μου! θα σε περιμένω, μην αργήσεις…»

Χαιρετιόμαστε με ένα γεια, το κλείνω και θυμωμένος από τα λόγια της τρελαίνομαι. Πάω σπίτι σφαίρα, παίρνω τα πάντα, χαιρετάω τους δικούς μου λέγοντας ότι πάω μόνος για να είμαι άνετος, και πάω από ‘κει να την πάρω. Μόλις της στέλνω να κατέβει, την βλέπω με μια μπλουζίτσα ως τη μέση και μια φουστίτσα σκέτη καύλα. Έλιωσα. Την χαιρετάω, την φιλάω και ξεκινάμε... Ήλπιζα να γίνει κάτι στο αμάξι αλλά τίποτα. Της έδειξα τον καινούργιο δρόμο, είπαμε για δουλειά και τέτοια, και φτάσαμε. Έπαθε όπως το έχουμε φτιάξει το σπίτι, είχε να έρθει καιρό. Μπαίνουμε μέσα, ξεφορτώνουμε και της λέω!

-    «Εγώ θα τα πάρω αυτά».

Τα παίρνω όλα, πάμε μέσα και της λέω:

-    «Πώς σου φαίνεται;»

Της άρεσε πολύ όλο. Μου έδωσε τα συγχαρητήρια και της λέω:

-    «Επειδή έχουμε τρία δωμάτια (μικρομεσαία), εσύ θα κοιμηθείς στο διπλό  να είσαι άνετη. Το σπίτι δεν χρειάζεται τίποτα, το έκανε η κυρά Βαρβάρα πριν κανένα διήμερο.

-    «Δεν το θες να είσαι άνετος;», μου λέει.

-    «Όχι, οι γυναίκες πρέπει να είναι άνετες και να έχουν τα πάντα!»

Χαμογέλασε και το χάρηκε γιατί ο μαλάκας δεν της είχε τίποτα και πάει να πέσει. Τα ετοιμάζουμε όλα και της λέω:

-    «Πάμε να φάμε έξω. Πάμε σε ψαράδικο».

Αυτή ήταν όλο γελάκια και χαρές. Την τάισα με τάισε δύο φορές και μετά πήγαμε παραλία. Την είδαμε, κάναμε περαντζάδα και πήγαμε σπίτι. Εκείνη από το κρασί είχε ζαλιστεί και μου λέει:

-    «Πάω για ύπνο εγώ, θα τα πούμε αύριο Δημητράκη…»

Πάω να την χαιρετίσω και να την φιλήσω και μου ρίχνει ένα φιλάκι στο στόμα. Μου λέει:

-    «Αχ… συγγνώμη, αλλά είμαι λιγάκι ζαλισμένη…»

Εγώ εκείνη την στιγμή τα είχα χαμένα και δεν έκανα τίποτα. Της λέω:

-    «Δεν πειράζει, να είμαστε καλά….»

Βλακεία δηλαδή. Και πήγαμε για ύπνο. Αλλά που ύπνος… Είχα γίνει τούρμπο. Πάω να την δω στο δωματιάκι της και είχε ξαπλώσει με τον κώλο τούρλα και έπαθα. Ξέχασα να αναφέρω πως ήμουν έξι μήνες μόνος, οπότε… Τράβηξα εκεί μια μαλακία όπως ήμουν και πήγα τελικά την έπεσα. Ξυπνάω την επόμενη μέρα, πάω και κόβω τριαντάφυλλα, κάνω πρωινό (να ‘ναι καλά η θεία! Είχε τα πάντα εκτός από κάτι λίγα που αγόρασα) και τα πήγα κρεβάτι. Εκείνη όταν τα είδε έπαθε.

-    «Δεν το έχει ξανακάνει κανείς για μένα…!», μου λέει.

-    «Είσαι σπάνια κοπέλα, πολύ καλή. Σου αξίζει το καλύτερο και πρέπει να βρεις κάποιον να στο δώσει…», της απαντώ.

Γέμισε ένα χαμόγελο μεγάλο το πρόσωπο της και τότε λέω:

-    «Πάω λίγο μέσα για να φέρω νεράκι».

-    «Όχι, κάτσε να σου πω…»

-    «Ότι θες…»

Και εκείνη την στιγμή με σπρώχνει προς το κρεβάτι, ανέβηκε πάνω μου και κόλλησε τα χείλια της στα δικά μου. Εκείνη την στιγμή έφτασα στον ουρανό! Έψαξα, βρήκα την γλώσσα της και της έπιανα τα μαλλιά τα οποία από το μάκρος κάλυπταν τα πρόσωπα μας. Ήμουν στον έβδομο ουρανό. Απομακρύνεται και μου λέει:

-    «Σε γουστάρω πάρα πολύ! Σε ήθελα από τότε που σε είδα με την σωματάρα αυτή. Είσαι δικός μου τώρα…»

-    «Σε θέλω τρελά από μικρός! Είσαι τα πάντα για μένα. Σε γουστάρω τρελά!», της λέω.

Αφήνω το κινητό στο κομοδίνο, πετάω σφαίρα το σορτς και λέω:

-    «Τώρα ήρθε η ώρα να περάσεις τις καλύτερες στιγμές της ζωής σου!»

Της κατεβάζω το τιραντέ και ξεφυτρώνουν οι βυζάρες της φαντασίας μου! Και τότε την πλακώνω στα γλωσσόφιλα έχοντας την να μου πιάνει την μέση να μου την πιέζει κι εγώ με μια κίνηση βάζω τα χέρια μου στη μέση της, της βγάζω το σουτιέν, την ξαπλώνω και της γλείφω τον στήθος… Την δαγκώνω, την ρουφάω, την γλείφω περιμετρικά, την αρμέγω κυριολεκτικά. Βάζω μετά τα χέρια μου και στα δυο βυζιά και τρίβω τις ρώγες βλέποντας την να έχει καυλώσει φουλ και πλακώνοντας την στα γλωσσόφιλα. Μετά κατεβαίνω πιο κάτω, γλείφω τα πόδια της τα τέλεια, και παραμερίζω το κιλοτάκι της αρχίζοντας το γλειφομούνι της ζωής μου. Το έγλειφα, έπαιζα με την γλωσσίτσα μου μέσα, και εκείνη να τρέμει από την καύλα. Μου λέει:

-    «Αχ… ναι! Γλείψε με… έτσι… Με έχεις απογειώσει καύλα μου! Θεέ μου!!!»

Τότε τον πετάω έξω και της λέω:

-    «Ήρθε η σειρά σου…»

Τον πιάνει στο στόμα της και αρχίζει να τον ρουφάει όλο μέσα, να γλείφει το κεφαλάκι και την τρυπούλα μπροστά, να γλείφει τα αρχίδια, απογειώνοντας με. Έτοιμος εγώ να χύσω μου το παίρνει όλο μέσα (17cm) και χύνω επιτόπου στο στόμα της. Εκείνη τα παίρνει όλα μέσα της και μου τον ξαναγλείφει κάνοντας με πάλι τούρμπο.

-    «Αχ πουτσαρά μου! Τι καυλί είναι αυτό! Τι μπάλες μεγάλες τεράστιες είναι αυτές! Θέλω να σε ρουφάω συνέχεια… όλη μέρα…»

-    «Τώρα ήρθε η ώρα για κάτι άλλο καύλα μου…», της λέω.

Της ανοίγω τα πόδια και τον βάζω επιτόπου μέσα. Εκείνη γουρλώνει τα μάτια και αρχίζει να φωνάζει:

-    «Ναι γαμιά μου… σκίσε με. Άνοιξε μου την μήτρα έως τον ουρανό καυλάρα μου!»

-    «Πάρτα ξαδερφούλα! Τώρα θα σε σκίσω! Θα σε κάνω να μην θες άλλο άνδρα καυλομούνα μου! Τι θεά είσαι εσύ! Τι μουνάρα είναι αυτή;»

Την γύρισα στα τέσσερα, την έσκισα και εκεί, και μάλλον μας άκουσε η γειτονιά όλη! Μετά ήρθε από πάνω μου με πλάτη, κουνώντας το κωλαράκι της γύρω - γύρω κάνοντας με να τρελαίνομαι και μετά την είχα μπροστά μου και κοιτιόμασταν στα μάτια και της έγλειφα τις βυζάρες ενώ της έσκιζα την μούνα. Εκεί φωνάζω:

-    «Χύνω μωράκι μου!!!»

Αρχίζει να κουνιέται πιο γρήγορα λέγοντας μου:

-    «Χύσε μέσα αγόρι μου μέσα στην μουνάρα μου! Εσένα θέλω, τίποτα άλλο. Εσένα και κανέναν άλλο!! Ναι, ναι, σκίσε με, ναι, ναι!!!»

Τότε πετάχτηκε το χύσιμο μέσα στην μούνα της και εκείνη το ρούφηξε όλο στην μήτρα της και μετά το καθάρισε όλο με το στόμα της.

-    «Ήταν το καλύτερο της ζωής μου!», μου λέει.

-    «Έχεις να δεις πολλά ακόμα μωράκι μου… Τώρα που σε βρήκα θα φας πολύ γαμήσι καυλάρα μου!», της λέω.

Την φίλησα στο στόμα και πήγα μέσα αφήνοντας καθαρά δήλωση για την συνέχεια…

Συνεχίζεται...

(Copyright protected OW ref: 7245)